Η ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ἔγκυρα καὶ ἄκυρα μυστήρια
* Ὁ μολυσμός* Ἡ Ἀποτείχιση τῶν πιστῶν* Ἡ Οἰκονομία
Η΄ μέρος
Πρὶν ἔλθουμε στὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο μερικὰ ἀξιοσημείωτα-συμπληρωματικὰ καὶ διαφωτιστικὰ τῆς Ε΄ Συνόδου στοιχεῖα,
ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς, ποὺ ἀπαντοῦν
σὲ κάποια σχόλια γιὰ διευκρινίσεις,
ποὺ λάβαμε στὸ ἱστολόγιο.
Ὁ Πάπας Λέων εἶχε δώσει ἐντολὴ
στοὺς ἱερωμένους ποὺ ἔστειλε ὡς ἐκπροσώπους του στὴ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, νὰ μὴν
παραστοῦν στὴ Σύνοδο παρόντος τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχη Διοσκόρου. Προφανῶς γιατὶ
ὁ Διόσκορος ἦταν αἱρετικός, πρόεδρος τῆς Ληστρικῆς Συνόδου τοῦ 449, καὶ ὀπαδὸς
αἵρεσης καταδικασμένης ἀπὸ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὅταν ἐπρόκειτο, λοιπόν, νὰ
δεχθεῖ ὡς μέλος της τὸν Διόσκορο ἡ Σύνοδος, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πάπα
διεμήνυσαν: Ἔχομεν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης «Διόσκορος
μὴ συγκαθεσθῇ τῷ συνεδρίῳ (στὴ Σύνοδο), εἰ δὲ
ἐπιχειρήσοι τοῦτο τολμῆσαι, ἐκβληθείη. Τοῦτο ἀναγκαῖο ἡμᾶς παραφυλάξαι. εἰ
παρίσταται τοίνυν τῇ ὑμετέρᾳ μεγαλειότητι, ἢ ἐκεῖνος ἐξέλθῃ ἢ ἡμεῖς ἔξιμεν» (T.L.G., Concilia Oecumenica (ACO): Concilium
universale Chalcedonense anno 451: Tomëvolumëpart 2,1,1, page 65, line 18).
Ἡ Σύνοδος δὲν ἀποδέχτηκε τὶς
ἀπαιτήσεις τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Πάπα Λέοντος, παρὰ τὴν μεγάλη ἐκτίμηση ποὺ ἔτρεφαν
στὸ πρόσωπό του. Δὲν τὸν ἀποβάλλουν ἀπὸ τὴ Σύνοδο, ἀσφαλῶς γιατί, παρότι αἱρετικὸς
δὲν εἶχε κριθεῖ καὶ καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο. Τὸν δέχονται λοιπὸν ὡς Ἐπίσκοπο καὶ
ἀφοῦ ἐξετάζουν τὴν περίπτωσή του, τότε τὸν καταδικάζουν. Καὶ τὸν καταδικάζει ἡ
Σύνοδος ὄχι μόνο γιὰ τὶς κακόδοξες θέσεις του, γιὰ τὶς ὁποῖες δὲν μετανόησε, ἀλλὰ
καὶ διότι μετὰ τὴν πρώτη Συνεδρία τῆς Συνόδου (ἀντιληφθεὶς ὅτι ἡ ἀπόφαση θὰ εἶναι
καταδικαστική) δὲν ξαναπαρουσιάστηκε στὴ Σύνοδο, παρὰ τὴν κλήτευσή του
περιφρονώντας τη.
Ἔχουμε ὅμως καὶ ἄλλο ἕνα
παράδειγμα ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Πρόκειται γιὰ τὸν Θεοδώρητο Κύρου. Ὁ Θεοδώρητος εἶχε
καταδικαστεῖ ἀπὸ τὴν Ληστρικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τοῦ 449. Προσέφυγε στὸν Πάπα
Ρώμης Λέοντα, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπόφασή του τὸν ἀπάλλαξε τῆς καταδίκης: «Θεοδώρητος
ὁ εὐλαβέστατος ἐπίσκοπος τὸν οἰκεῖον ἀπολαβὼν τόπον παρὰ τοῦ ἁγιωτάτου τῆς
μεγαλωνύμου πόλεως Ρώμης εἰσῆλθε νῦν κατηγόρου τάξιν ἐπέχων» (T.L.G., ὅπ. παρ., 2,1,1, page 70, line 1). Ἔτσι προσῆλθε στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο γιὰ νὰ συμμετάσχει ὡς
κανονικὸ μέλος της, ἀφοῦ ἀδικήθηκε καὶ καταδικάστηκε ἀπὸ μία Ληστρική-αἱρετικὴ
Σύνοδο καί, μάλιστα, ὡς κατήγορος τῶν πρωταιτίων τῆς Ληστρικῆς Συνόδου. Γιὰ τοὺς ἀγνοοῦντας ἡ ἐν Ἐφέσῳ Ληστρικὴ Σύνοδος τοῦ 449 διέπραξε ἀνοσιουργήματα.
Διαβάζουμε στὴ μελέτη τοῦ Πρεβέζης Μελετίου:
























