Θλίψη προκαλεῖ ἡ
συνειδητοποίηση ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι Ἐπίσκοποι ἀποδεικνύουν ἐμπράκτως ὅτι ἔχουν
μολυνθεῖ ἀπὸ τὸν μολυσματικὸ ἰὸ τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Νέα ἀποκάλυψη
εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος,
ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπιστεῖ(!) τὴν …«ἐκκλησιολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης
Συνόδου»!
Τὸ “πάτημά” του εἶναι ὅτι οἱ «ἐπικριτὲς τοῦ
κειμένου “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον”
δὲν ἐπιχειρηματολογοῦν πάνω στὸ κείμενο», «παραβλέπουν τὶς διατάξεις τοῦ
κειμένου αὐτοῦ καθ’ ἑαυτοῦ» καὶ «ἐκφράζουν γενικὲς ἀπόψεις» ἀπορρίπτοντες τὸ κείμενο καὶ «θεωρώντας αὐτοὺς ποὺ
τὸ ἐδέχθησαν καὶ τὸ ὑπέγραψαν ὡς μειοδότες
τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ κυρίως τῆς ἐκκλησιολογίας της».
Ἐπειδὴ ὁ θεοφιλέστατος κ.
Χριστοφόρος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι θὰ ἀναπτύξει
στὸ μέλλον ἐκτενέστερα
τὶς θεολογικὲς του θέσεις ἐπὶ τοῦ θέματος (καὶ γιατί
βιάστηκε καὶ δὲν τὶς ἐξέθετε τώρα;), δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ αὐτές, ἀλλὰ θὰ
παρατηρήσουμε ὅτι: μόνο ἕνας ἐκ δεξιῶν ὑποστηρικτὴς τοῦ αἱρεσιάρχη Βαρθολομαίου
καὶ τῆς φατρίας του θὰ τολμοῦσε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ ἀνόσιο καὶ δόλιο ἔργο τοῦ Οἰκουμενιστῆ Πατριάρχη καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸ ὑπέγραψαν.
Ἂς τὸν χαίρονται κάποιοι “φίλοι” του σιγονταρο-Οικουμενιστές (ἐδῶ καὶ στὴν Ἀμερική).
Παρότι διαφωνοῦμε πλήρως μὲ τὴν
καινοφανῆ ἀντιπαραδοσιακὴ στάση τοῦ «ἀχρικαιρισμοῦ»
(ὡς πρὸς τὴν πρακτικὴ ἀντιμετώπιση τῶν
αἱρετικῶν)
ποὺ ἐκφράζουν ὁ καθηγητὴς Τσελεγγίδης, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, οἱ μητροπολίτες Πειραιῶς Σεραφεὶμ καὶ Ναυπάκτου Ἱερόθεος καί τινες ἄλλοι “ἀντι-Οἰκουμενιστές”, εἶναι παραδεκτὸ ὅτι αὐτοί, στὸν θεωρητικὸ τομέα συνεισφέρουν σημαντικὰ στὴν ἀποκάλυψη καὶ ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν τῶν Οἰκουμενιστῶν. Στὰ ἄρθρα τους, λοιπόν, στὰ ὁποῖα παραπέμπουμε τὸν θεοφιλέστατο Καρπασίας (καὶ εἶναι πολλά) μπορεῖ νὰ δεῖ (ἄν θέλει) τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς:
ποὺ ἐκφράζουν ὁ καθηγητὴς Τσελεγγίδης, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, οἱ μητροπολίτες Πειραιῶς Σεραφεὶμ καὶ Ναυπάκτου Ἱερόθεος καί τινες ἄλλοι “ἀντι-Οἰκουμενιστές”, εἶναι παραδεκτὸ ὅτι αὐτοί, στὸν θεωρητικὸ τομέα συνεισφέρουν σημαντικὰ στὴν ἀποκάλυψη καὶ ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν τῶν Οἰκουμενιστῶν. Στὰ ἄρθρα τους, λοιπόν, στὰ ὁποῖα παραπέμπουμε τὸν θεοφιλέστατο Καρπασίας (καὶ εἶναι πολλά) μπορεῖ νὰ δεῖ (ἄν θέλει) τὴν μεγάλη ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς:
Ὅπως οἱ περισσότεροι αἱρετικοί, ἔτσι καὶ οἱ δόλιοι Οἰκουμενιστές, ἀποκρύπτουν καὶ συσκιάζουν τὶς κακοδοξίες τους ἢ τὸ σκοπό τους· τὶς παρουσιάζουν μὲ ὀρθόδοξο ἔνδυμα· ἄλλα λέγουν κι ἄλλα ἐννοοῦν, ὅπως ὁ Μέγας ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Ἀθανάσιος μᾶς διαβεβαιώνει. Καὶ ἀποροῦμε πῶς ὁ θεοφιλέστατος, ποὺ ἔχει συγγράψει (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) ἕνα ὀγκωδέστατο σύγγραμμα Περὶ τῶν Θρησκειῶν καὶ τῶν Αἱρέσεων ἐκ 1159 σελίδων, δὲν συνάντησε πουθένα αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν αἱρετικῶν!
Νὰ τοῦ θυμίσουμε πρόχειρα ὅτι
ὁ Νεστόριος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὀνόμαζαν τὴν Θεοτόκον Χριστοτόκον, ὅρον ποὺ ἐφαίνετο
ὀρθόδοξος, ἀλλὰ οἱ Πατέρες ἀντελήφθησαν τὴν δολιότητά τους, ἀφοῦ κάτω ἀπὸ τὸ
Χριστοτόκος ἐκρύπτετο ἡ πεποίθησή τους ὅτι ἡ Παναγία δὲν ἐγέννησε τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον Ἰησοῦν.
Στὴ συνέχεια μᾶς λέγει ὁ
θεοφιλέστατος ὅτι ἀκόμα «καὶ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους… χρειάστηκε νὰ ἑρμηνευτοῦν (ἐκ
τῶν ὑστέρων) οἱ ὅροι (ποὺ χρησιμοποιήθηκαν στὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων) ἀπὸ τοὺς Πατέρες διὰ
τῶν συγγραμμάτων τους, γιὰ νὰ γίνουν κατανοητοί»!
Σωστά. Ἀλλ’ ἐδῶ, κ.
Χριστοφόρε, τὰ Προσυνοδικὰ κείμενα ἦσαν γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων· ἡ δολιότητα τῶν
Οἰκουμενιστῶν καὶ οἱ κακοδοξίες τους γνωστὲς καὶ διάχυτες στὶς πράξεις, στὶς ὁμιλίες
καὶ στὰ Συνέδριά τους· οἱ ἐπισημάνσεις τῶν δογματολόγων καθηγητῶν καὶ Ἐπισκόπων
ἐπίσης γνωστές· οἱ ἐνστάσεις τῶν Ἐκκλησιῶν (π.χ. Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας) ἐπίσης
γνωστές, καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ διοργανωτὲς ἐπέμεναν ἕως τέλους
στὴν συμπερίληψη τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία»
γιὰ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς Ὁμολογίες καὶ παραφυάδες, κάτι ποὺ ἀπεδείκνυε τοὺς
σκοτεινοὺς σκοπούς τους, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλοι ἀπὸ τὸ νὰ συσκοτίσουν, νὰ ὑποβαθμίσουν,
νὰ ὑποβιβάσουν, νὰ ἀφαιρέσουν τὴν Μοναδικότητα καὶ ταυτότητα τοῦ Ὅρου Ἐκκλησία ἀπὸ
τὴν «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία». Ἐδῶ ἀκόμα καὶ οἱ παραγωγοὶ τῆς
ἑλληνικῆς “φέτας” δίνουν μάχες, θεοφιλέστατε, ὥστε νὰ παραμείνει ἡ ὀνομασία Προέλευσης
Προστατευόμενη ἀπὸ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, καὶ ἐσεῖς μᾶς λέτε ὅτι δὲν πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι
Ἐπίσκοποι νὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας; Πρέπει νὰ τὸ χάσουμε καὶ μετά, ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ
ἑρμηνεύσουμε τί ἐννοούσαμε; Κρίμα! Ἄλλο νὰ τὸ λένε οἱ ἄλλοι, καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μὴν τὸ χρησιμοποιοῦν, καὶ ἄλλο νὰ τὸ ἐκχωρήσουμε ἐμεῖς.
Πρὶν παραθέσουμε τὸ κείμενο
τοῦ θεοφιλεστάτου, παραθέτουμε ἕνα τμῆμα ἀπὸ πρόσφατο ἄρθρο τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους (ἐδῶ) ποὺ σὰν νὰ γράφτηκε ἀκριβῶς ὡς ἀπάντηση στὸ ἄρθρο τοῦ Καρπασίας:
«Υπήρξαν τόσες
θεολογικές ενστάσεις για τη χρήση του όρου “εκκλησίες” για τις αιρετικές ομάδες
ή κοινότητες, γιατί δεν αποσύρθηκε ο όρος;
Η επιμονή για τον όρο “εκκλησίες” ήταν τόση, που προτιμήθηκε να
διαμορφωθεί σε “ετερόδοξες εκκλησίες”, με σκοπό να παραμείνει ο όρος “εκκλησίες”. Εξάλλου μια μόνο αιχμή υπήρξε στη
δημοσιευθείσα απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών,
που πραγματοποιήθηκε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο
Σαμπεζύ Γενεύης (21-28 Ιανουαρίου 2016)
και αυτή δεν ήταν για τις αιρέσεις, καθότι εκλείπει η λέξη τούτη στο εν λόγω
κείμενο, αλλά για τους “αγωνιστάς της Ορθοδοξίας”, και μάλιστα με ειρωνική
χρειά. Πρωτόγνωρη συνοδική τακτική, που
δυστυχώς εκφράζει μονομέρεια.
Ο όρος “ετερόδοξες”
έστω και εάν φαίνεται ότι προστέθηκε για διευκρίνιση, καταδεικνύει όμως και την
επιμονή να παραμείνει οπωσδήποτε ο όρος “εκκλησίες”. Κάλλιστα θα
μπορούσε να αποσυρθεί πλήρως ο όρος “εκκλησίες’’
και να αναπαύσει και όσους έφεραν θεολογικές
ενστάσεις στο θέμα αυτό. Η Εκκλησία
Συνοδικά χρησιμοποιούσε εκκλησιολογικούς όρους και όχι στρεβλούς “τεχνικούς”
όρους.
“Εν τη Εκκλησία
υπάρχει η θεανθρωπίνη φιλοσοφία της καθολικής ενότητος (πανενότητος) και η
θεανθρωπίνη αίσθησις αυτής” λέγει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, και ως εκ τούτο
αποτελεί εκκλησιολογικό άτοπο η χρήση του εκκλησιολογικού όρου “εκκλησίες” για
αιρετικές ομάδες ή κοινότητες».
Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ
ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου
Πρὸ
καὶ μετὰ τὴ σύγκλιση τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἐκφράσθηκαν πολλὲς καὶ
διάφορες ἐνστάσεις καὶ ἀντιρρήσεις σχετικὰ μὲ τὸ κατὰ πόσον τὸ κείμενο
"Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον"
ἀνταποκρίνεται στὴν ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ
θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω κάποιες πρῶτες θεολογικὲς σκέψεις, ἐπιφυλασσόμενος ἀργότερα,
Θεοῦ θέλοντος, νὰ παρουσιάσω κάτι ἴσως πιὸ ἐκτενὲς καὶ ὁλοκληρωμένο.
Πρῶτον,
οἱ περισσότεροι ἐπικριτὲς τοῦ κειμένου αὐτοῦ, συνήθως, δὲν ἐπιχειρηματολογοῦν
πάνω στό κείμενο, ἀλλὰ ἐκφράζουν γενικὲς








