Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Τι δουλειά έχει εκεί ο Πατριάρχης, παρέα με Ουνίτες;

  Εἰδησεογραφικὲς σημειολογικὲς λεπτομέρειες:


 
Ὁ ΟΥΝΙΤΗΣ διάκος, μετά τήν ἀνάγνωση τῆς περικοπῆς.

Πηγή: Ἀμέθυστος 

Σύμφωνα μέ τήν εἰδησεογραφία (κλίκ), τόν Πάπα, στήν σημερινή τελετή ἐνθρόνισης του, θά τόν πλαισώσουν ΟΥΝΙΤΕΣ ἐπίσκοποι, ὅταν αὐτός ἐπισκεφθεῖ τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, γιά νά προσευχηθεῖ.

Ταυτόχρονα, τά ἀποστολικά άναγνώσματα(τουλάχιστον να, ὅπως εἶδα προσωπικῶς) ἀναγνώσθηκαν στήν ἑλληνική, μέ τόν ἐξῆς προκλητικό τρόπο:


ἀναγιγνώσκων ἦταν ΟΥΝΙΤΗΣ, ἐνδεδυμένος φυσικά τά ὀρθόδοξα ἄμφια. Ἐπειδή ὅμως ἡ ΟΥΝΙΑ εἶναι ἕνας ἀπό τούς βραχίονες τοῦ Παπισμοῦ ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπειδή ὁ νέος Πάπας ἐκτελοῦσε χρέη ΟΥΝΙΤΗ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, θά ἤθελα νά ρωτήσω ὅσο πιό δυνατά μπορῶ:


Πρῶτον

Παναγιώτατος, εἶναι Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἱκουμενικός Πατριάρχης. Τό νά παρίσταται ὡς ἐκπρόσωπος, "μιᾶς ἐκ τῶν εἴκοσι ἑκκλησιῶν πού ἐκπροσωποῦνται" στήν τελετή, εἶναι προσβλητικό, τόσο γιά τόν ἴδιο, ὅσο καί γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Δεύτερον.
ἀνάγνωση εὐαγγελικῶν περικοπῶν στά Ἕλληνικά ἀπό οὐνίτη διάκονο δέν συνιστᾶ ἐπίδειξη εὐγενείας, ἀλλά πόμνηση πρός τόν Πατριάρχη, ὅτι τό Βατικανό ἐξακολουθεῖ νά θεωρεῖ τήν ρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία ἐλλειμματική καί περίπου αρετική, καί ὅτι, οἱ πληθυσμοί τῆς Ἀνατολῆς ἔχουν ἀνάγκη τῆς Παπικῆς διαποίμανσης. Ἐξ΄ ἄλλου, ὁ νέος Πάπας, ἐκτελοῦσε χρέη οὐνίτη ἐπισκόπου!

Τρίτον.
ς συναισθανθεῖ κάποτε ὁ Παναγιώτατος τόν τίτλο πού φέρει, ἄς συναισθανθεῖ ὅτι οἱ ἐνέργειες του, ὅπως αὐτή τῆς σημερινης παρουσίας του στήν Ρώμη, καταβιβάζει τήν Ἐκκλησία μας, -τήν ὄντως Ἐκκλησία- "σέ μιά ἀπό τίς εἴκοσι ἐκκλησίες (sic) που ἐκπροσωποῦνται" ἐκεῖ, καί μᾶς κάνει -ς πλήρωμα- νά ντρεπόμαστε.

Τέταρτον.
ς τό καταλάβει έπιτέλους, ὅτι σιγά-σιγά, όλισθαίνει στό νά γίνει Πατριάρχης τῶν οκουμενιστῶν. Γιά τούς ὑπόλοιπους θά εἶναι ἕνας, κατά συνθήκη Πατριάρχης. Αὐτό θέλει; Τί δέν καταλαβαίνει πιά;

Σημείωση:


Προσέξτε τήν παρακάτω φράση, (κόκκινα γράμματα), μέσα στήν εἴδηση ὅπως τήν δημοσίευσε τό defencenet

Στις 9.45 ώρα Ελλάδος ο διακοσιοστός εξηκοστός τέταρτος ποντίφικας πρόκειται να χαιρετήσει από κοντά τους πιστούς, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, από το ειδικό όχημα Papamobile, το παπικό τζιπ. Στη συνέχεια θα μεταβεί στα σπήλαια του Βατικανού, για να τιμήσει και να προσευχηθεί πάνω από τον τάφο του Αποστόλου Πέτρου. Ο Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο θα συνοδεύεται από τέσσερις, τουλάχιστον, ουνίτες επισκόπους της Καθολικής Εκκλησίας.
«Πρόκειται για φόρο τιμής στη χριστιανική παράδοση της Ανατολής», αναφέρουν τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης. Ως καθολικός αρχιεπίσκοπος Αργεντινής, ο Μπεργκόλιο, τελούσε, άλλωστε, και χρέη επισκόπου για τους ουνίτες πιστούς.
Η κυρίως τελετή θα ξεκινήσει στις 10.30 ώρα Ελλάδος και αναμένεται να είναι απλή, αλλά και με σεβασμό στην παράδοση. Κατά την επιθυμία και τις οδηγίες του Αργεντινού ποντίφικα, τα αποσπάσματα του Ευαγγελίου που έχουν επιλεγεί, αυτή την φορά θα ψαλούν μόνο στα ελληνικά, και όχι στα λατινικά, κίνηση ευγενείας και ουσιαστικής αδελφοσύνης προς την Ορθοδοξία, δεδομένης και της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.


Προσέξτε τώρα, τήν σχετική εἴδηση στό οίκουμενίστικο amen

Στις 09:45 ώρα Ελλάδας ο Πάπας Φραγκίσκος Α΄ θα χαιρετήσει από κοντά τους πιστούς, στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, από το ειδικό όχημα Papamobile, το παπικό τζίπ. Στην συνέχεια, θα μεταβεί στα σπήλαια του Βατικανού, για να προσευχηθεί πάνω από τον τάφο του Αποστόλου Πέτρου.
Η θεία λειτουργία αναμένεται να ξεκινήσει στις 09:30 το πρωί ώρα Ρώμης (10:30 ώρα Ελλάδας). Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, θα είναι απλή, αλλά με σεβασμό στην παράδοση. Κατά την επιθυμία και τις οδηγίες του αργεντινού ποντίφικα, τα αποσπάσματα του Ευαγγελίου που έχουν επιλεγεί, θα ψαλλούν μόνον στα ελληνικά, και όχι στα λατινικά.
Μια κίνηση που μπορεί να ερμηνευθεί και ως πράξη ευγενείας και ουσιαστικής αδελφοσύνης προς την Ορθοδοξία, δεδομένης και της παρουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

. Ὅπως βλέπετε, λείπει κάθε ἀναφορά γιά τούς ΟΥΝΙΤΕΣ ἐπισκόπους πού θά συνοδεύσουν τόν Πάπα, στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ὀ λόγος εἶναι προφανής.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Ο Πατριάρχης στην ενθρόνιση του Πάπα Φραγκίσκου












    
μητροπολίτης Πειραιῶς, μὲ σημερινὸ Ἀνακοινωθέν του, πάλι ξιφουλκεῖ καὶ χτυπᾶ λάθος στόχο. Δυστυχῶς, ἐκτιμοῦμε, συνειδητὰ καὶ ἀποπροσανατολιστικά! Διατυπώνει τὴν θέση, ὅτι ὁ νέος Πάπας εἶναι «καταληψίας τοῦ πρεσβυγενοῦς Θρόνου τῆς παλαιᾶς Ρώμης».

Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι σήμερα τὸ πρόβλημά μας τὸ ἄμεσο καὶ τραγικό;

Ἀσφαλῶς ὄχι. Οὐδόλως μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτὴ τὴ στιγμὴ  οἱ ἀναλύσεις γιὰ τὶς ἀπάτες τοῦ Βατικανοῦ. Ξέρετε τί μᾶς ἐνδιαφέρει τώρα, Σεβασμιώτατε, τί μᾶς ἐξοργίζει, τί προκαλεῖ θλίψη καὶ ὀδύνη ἀφόρητη στὶς ψυχές μας;

Ὄχι οἱ χιλιοειπωμένες ἀπάτες καὶ τὰ δόλια καμώματα τοῦ αἱρετικοῦ οἰκοδεσπότη τοῦ Βατικανοῦ, ἀλλὰ

α) ἡ πρωτοφανὴς καὶ ἀντικείμενη στὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας παρουσία τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου στὴν ἐνθρόνιση τοῦ αἱρετικοῦ Πάπα. Ποῦ ἀκούστηκε, ὁ «Ὀρθόδοξος» Πατριάρχης καὶ κατὰ καθῆκον φύλακας τῆς Πίστεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, νὰ πηγαίνει νὰ συγχαρεῖ τὸν αἱρετικό; Ἐπαναλαμβανόμενο καὶ βασανιστικὸ τὸ ἐρώτημα γιὰ μᾶς τοὺς ἐλάχιστους: Θὰ πήγαινε ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Φώτιος στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα; Ἢ ἡ μίμηση τῶν Ἁγίων, θεωρεῖται πλέον ἀνοησία;

β) ἡ ἐπίσης πρωτοφανὴς καὶ ἀντικείμενη στὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀδράνεια, ἀφωνία τῶν Ἐπισκόπων, Ἁγιορειτῶν, Ἀδελφοτήτων, ἀκαδημαϊκῶν κ.λπ. Ὀρθοδόξων, ἀφ’ ὅτου ἀνακοινώθηκε –προχθές– ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Πατριάρχη.

Φαντάζεσθε τί θὰ γινόταν, ἂν αὐτὸ ἀπετολμεῖτο πρὶν πενῆντα χρόνια;

Τί ἄλλαξε σήμερα καὶ δὲν μιλᾶ κανείς; Κι ἂν μιλήσει, οὐδεὶς ἐκ τοῦ ἐσβεσμένου Φαναρίου θὰ τὸν ἀκούσει. Διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς ἅλωσε τὶς συνειδήσεις. Οὐδεὶς ἀντιδρᾶ ἁγιοπατερικά. Οἱ ὅποιες ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντιδράσεις, χλιαρὲς καὶ ἄσφαιρες.

Συμπλέουν ἅπαντες οἱ ἀνωτέρω μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, Σεβασμιώτατε. Καὶ πρῶτος ἐσεῖς. Καὶ μάλιστα, ἐσεῖς προσπαθεῖτε, τάχα κατακεραυνώνοντας τὸν Πάπα, νὰ καλύψετε αὐτὸν ποὺ σέβεσθε (κατὰ δήλωσή σας), ἐπειδὴ σᾶς χειροτόνισε, τὸν ἀρχηγέτη τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ προδότη τῆς Πίστεως Πατριάρχη Βαρθολομαῖο μετὰ τοῦ δεξιοῦ του βραχίονα, μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα.

Σημάτης Παναγιώτης






ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΣΤ΄






Εἶναι ἀπίστευτη ἡ ἐπιπολαιότητα μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει τὸ Ἀντιαιρετικὸ Γραφεῖο τῆς Ἱ. Μητρ. Πειραιῶς, σοβαρά θέματα τῆς Πίστεως. Ἐξέδωσε ἕνα μικρό βιβλίο-κριτικὴ στὶς θέσεις τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ περὶ Διακοπῆς Μηνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν. Στὶς θέσεις τους ἄρχισε νὰ ἀπαντᾶ ὁ π. Εὐθύμιος μὲ σειρὰ ἄρθρων, ποὺ δημοσιεύουμε στὸ ἱστολόγιό μας.

Ἤδη εἶχαν δημοσιευθεῖ πέντε (5) συνέχειες (καὶ ἕπονται ἄλλες ὀκτὼ περίπου), ὅταν μὲ ἔκπληξη εἴδαμε τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα, νὰ ἀπαντοῦν οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου τῆς μητρ. Πειραιῶς μόνο στὴν πρώτη συνέχεια τῆς ἀνταπάντησης τοῦ π. Εὐθύμιου! Μάλιστα σ’ αὐτὴ κατηγοροῦν τὸν π. Εὐθύμιο, ὅτι δὲν ἀπάντησε σὲ ὅλο τὸ βιβλίο τους(!!!), παρὰ μόνο στὴν εἰσαγωγή του! Ὅπως δὲ διαβάσαμε στὸ ἱστολόγιο «Ἀποτείχιση» (στὸ ὁποῖο ἐστάλη ἡ ἀπάντηση τῆς ἱ. Μητροπόλεως), ὁ ἱστολόγος μίλησε μὲ τὸν π. Παῦλο Δημητρακόπουλο, ἐξηγώντας του ὅτι ἡ ἀνταπάντηση τοῦ π. Εὐθυμίου δὲν περατώθηκε ἀκόμα. Καὶ ὁ π. Παῦλος, ἀντὶ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν «βιασύνη» του,  ἐπέμενε: «Το κείμενό μας το έχουμε ήδη δημοσιεύσει σε άλλα ιστολόγια, γι αυτό νομίζω, ότι καλό είναι, να το δημοσιεύσετε και εσείς στο ιδικό σας»!

Τὰ συμπεράσματα δικά σας.

Συνεχίζουμε μὲ τ ἕκτο μέρος.




ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ



Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ



ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ




ΣΤ΄ Μέρος





Θά ἀναφερθῶ, ἐν συνεχείᾳ, εἰς τό κεφάλαιο τῆς σελ. 22 τῆς κριτικῆς μελέτης σας «Ὁ 15ος Κανών τῆς ΑΒ Συνόδου ἐν σχέσει μέ τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγ. Πατέρες».

 Ἐδῶ πάλι πατέρες, προκειμένου νά ἀποδείξετε ὅτι τά συμπεράσματα, τά ὁποῖα ἐξάγω ἀπό τά ἁγιογραφικά χωρία, εἶναι λανθασμένα, στηρίζεσθε στήν τεχνολογία τῶν συλλογισμῶν στούς ὁποίους ἀνωτέρω ἀναφέρθηκα. Στηρίζεσθε ἀκόμη καί στό συμπέρασμα τό ὁποῖο ἔχετε βγάλει, ὅτι ἡ ἀποτείχισις καταργεῖ τόν συνοδικό θεσμό καί προαρπάζει τήν κρίσι τῆς Συνόδου.  Στηρίζεσθε ἀκόμη στό συμπέρασμά σας ὅτι ἡ ἀποτείχισις καταδικάζει τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο τελεσιδίκως καί, ὡς ἐκ τούτου, δέν χρειάζεται ἡ συνοδική καταδίκη του.
Γράφετε συγκεκριμένα μετά τήν παράθεσι τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων (Γαλάτ. 1,8 καί Τίτ. 3,10) τά ἑξῆς: «Τό ὅτι τά συμπεράσματα αὐτά εἶναι αὐθαίρετα, μόλις εἶναι ἀνάγκη νά ὑπογραμμιστεῖ, γιά τούς λόγους, πού ἐξηγήσαμε παραπάνω, στό προηγούμενο κεφάλαιο, ὅπως ἐπίσης καί στό κεφάλαιο της ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος». 
Ἐσεῖς δηλαδή πατέρες ἐβγάλατε αὐτά τά συμπεράσματα καί βάσει αὐτῶν καταδικάζετε ὅλα τά ἑπόμενα, ἐγώ δέ οὐδόλως πιστεύω, οὔτε διενοήθηκα ὅτι αὐτά ἰσχύουν ἤ φαίνεται νά  τά πρεσβεύω κάπου εἰς τό βιβλίο μου. Ἄρα λοιπόν φροντίσατε νά βγάλετε αὐτά τά συμπεράσματα, προκειμένου νά διευκολυνθῆτε στήν κριτική σας καί νά ἀποδείξετε τήν θεωρία σας περί τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος.

Ὅταν λοιπόν ἐγώ ἀναφέρω, ὅτι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει διά τούς κηρύσσοντας αἵρεσι «καί δέν χρειάζεται ἄλλη ἀπόφασις Συνόδου παρά μόνο πρός κατοχύρωσι τῶν Ὀρθοδόξων», ἐννοῶ ὅτι δέν χρειάζεται ἀπόφασι Συνόδου, προκειμένου νά ἀποτειχισθῆ κάποιος πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο∙  ὅτι δηλαδή αὐτός ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει μεταβληθῆ διά τῆς αἱρέσεως σέ λύκο καί ὅτι δέν θά  τόν μεταβάλη σέ λύκο ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, ὅπως ἐσεῖς πρεσβεύετε. Ἐννοῶ τέλος πάντων ὅτι πρέπει κάθε Ὀρθόδοξος νά διασφαλίση τήν ὀρθόδοξο πορεία του μόνος του, ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ Ποιμένες, καί μάλιστα ἀπομακρυνόμενος ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο.

Θά σᾶς ἀναφέρω ἐν προκειμένῳ ἕνα ἁπλό παράδειγμα διά νά γίνη ἴσως κατανοητό ἀπό ἐσᾶς αὐτό, τό ὁποῖο εἶναι ὀφθαλμοφανές. Ὅταν κάποιος διαπιστώση ὅτι ὁ ἰατρός τόν ὁποῖο ἐπισκέπτεται εἶναι ἀπατεώνας καί κομπογιαννίτης, θά συνεχίση νά τόν ἐπισκέπτεται μέχρι νά τόν καταδικάση ἐπισήμως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἤ θά σταματήση κάθε ἐπικοινωνία μαζί του προασπιζόμενος ἔτσι τήν ὑγεία του; Κάθε λογικός ἄνθρωπος πιστεύω ὅτι θά ἀπεμακρύνετο πάραυτα ἀπό αὐτόν τόν δῆθεν γιατρό. Ἐσεῖς ὅμως πατέρες, ἄν σᾶς ἑρμηνεύω σωστά, διδάσκετε ὅτι μέχρι τήν τελική καταδίκη του ὀφείλομε νά τόν ἔχωμε ὡς ἰατρό μας καί ἁπλῶς νά διαμαρτυρώμεθα πρός τίς ἁρμόδιες ὑπηρεσίες δι’ αὐτήν τήν κατάστασι. Ἰσχυρίζεσθε ἀκόμη ὅτι δέν θά ἔχη καμμία ἐπίπτωσι στήν ὑγεία μας ἡ συνεργασία μας μέ αὐτόν τόν ἰατρό καί, βεβαίως, ἰσχυρίζεσθε  ἀκόμη ὅτι δέν εἴμεθα ἐμεῖς ἁρμόδιοι νά τόν κρίνωμε, ἀλλά προφανῶς εἴμεθα ἁρμόδιοι νά ὑποστοῦμε τίς συνέπειες στήν ὑγεία μας.

Γι’ αὐτές τίς συνέπειες ἀπό ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο, προκειμένου μάλιστα γιά τήν πνευματική μας ὑγεία καί τή σωτηρία μας, δυστυχῶς πατέρες, δέν ἀσχολεῖσθε καθόλου, ἐπειδή προφανῶς δέν μπορεῖτε νά τίς ἐναρμονίσετε μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος. Οἱ Ἅγιοι ὅμως, ἐπειδή πρωτίστως δι’ αὐτό ἐνδιαφέρονται, διδάσκουν παντοῦ καί πάντοτε τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε αἱρετικό Ἐπίσκοπο, τόν ὁποῖο μάλιστα ἀποκαλοῦν λύκο καί φαρμακερό φίδι, διά νά ὑποδηλώσουν τόν κίνδυνο πού ἐνέχει κάθε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί του. Αὐτή ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι, θά λέγαμε, ἡ αὐθεντική ἑρμηνεία τῶν δύο αὐτῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων, τά ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν.
Ἐσεῖς ὅμως ἐκ τοῦ ἀντιθέτου πατέρες, ἀντιστρατεύεσθε στόν Ἀπόστολο Παῦλο καί κατ’ ἐπέκτασιν στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, διότι τήν ὀρθόδοξο πορεία καί τήν ἀσφάλεια διά τήν σωτηρία τοῦ κάθε πιστοῦ τήν ἐναποθέσατε ἀποκλειστικῶς καί μόνον στή Σύνοδο, τήν στιγμή μάλιστα πού, ὅπως καί ἐσεῖς ἀναφέρετε, πολλοί Σύνοδοι ὑπῆρξαν πού ἐπεκύρωσαν τίς αἱρέσεις καί κατεδίκασαν τούς Ὀρθοδόξους ὁμολογητές. Στήν σύγχρονη δέ πραγματικότητα ὁμολογεῖτε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἐπί ἑκατό χρόνια δέν ἔχει καταδικασθῆ Συνοδικῶς, ἀλλά οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι βαδίζουν ἀνεξέλεγκτοι ἐπί τά χείρω «πλανῶντες καί πλανώμενοι».

Θά ἔλθω ἐν συνεχείᾳ, ἀναιρῶντας τήν κριτική μελέτη σας, στίς ἑρμηνεῖες τίς ὁποῖες μᾶς ἔδωσαν οἱ Ἅγιοι στά δύο αὐτά ἁγιογραφικά χωρία τοῦ Ἀπ. Παύλου, διά νά διακρίνωμε καί ἐμεῖς πού ἀντιπαρατιθέμεθα, ἀλλά καί κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης τῶν γραφομένων μας, τό ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Στήν μελέτη σας πατέρες, δυστυχῶς δέν διέκρινα τίποτε συγκεκριμένο ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, προκειμένου νά κατοχυρώσετε τίς θέσεις σας. Ἁπλῶς στηρίζεσθε στή λογική σας, τήν ὁποία μέ διαφόρους συλλογισμούς προσπαθεῖτε νά παρουσιάσετε ὡς Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.

Κατ’ ἀρχάς θά ἀναφέρω τόν ἄριστον τῶν ἑρμηνευτῶν, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀναλογίαν ὀνομάσθηκε στόμα τοῦ Παύλου, ὅπως ὁ Παῦλος ὀνομάστηκε στόμα Χριστοῦ, δηλαδή τόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Εἰς τό χωρίον λοιπόν (Γαλατ. 1,8) ἀναφέρει τά ἑξῆς ἑρμηνευτικά: «Ἀλλὰ κἂν ἐγὼ, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. Ὅρα σύνεσιν ἀποστολικήν. Ἵνα γὰρ μή τις λέγῃ, ὅτι κενοδοξίας ἕνεκεν τὰ ἴδια συγκροτεῖ δόγματα, καὶ ἑαυτὸν ἀνεθεμάτισεν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς ἀξιώματα κατέφευγον, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, διὰ τοῦτο καὶ ἀγγέλων ἐμνήσθη. Μὴ γάρ μοι Ἰάκωβον εἴπῃς, φησὶ, καὶ Ἰωάννην· κἂν γὰρ τῶν πρώτων ἀγγέλων ᾖ τις τῶν ἐξ οὐρανοῦ διαφθείρων τὸ κήρυγμα, ἀνάθεμα ἔστω. Καὶ οὐχ ἁπλῶς εἶπεν, Ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλ' ἐπειδὴ καὶ οἱ ἱερεῖς ἄγγελοι ἐκαλοῦντο· Χείλη γὰρ ἱερέως φυλάξεται γνῶσιν, καὶ νόμον ἐκζητήσουσιν ἐκ στόματος αὐτοῦ, ὅτι ἄγγελος Κυρίου παντοκράτορός ἐστιν· ἵνα μὴ τούτους νομίσῃς ἀγγέλους λέγεσθαι νῦν, τῇ τοῦ οὐρανοῦ προσθήκῃ τὰς ἄνω δυνάμεις ᾐνίξατο. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλὰ, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν» (ΕΠΕ 20,200).

Ἐδῶ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δηλώνει ἀπερίφραστα ὅτι ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Ἀπ. Παύλου ἰσχύει σέ κάθε ἕναν ὁ ὁποῖος ἀλλοιώνει καί στό ἐλάχιστο τό εὐαγγελικό καί ἀποστολικό κήρυγμα. Δι’ αὐτό συμπεραίνει ὅτι στόν ἀναθεματισμό περιέβαλε καί τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί ἀκόμη τούς πρώτους τῶν ἀγγέλων. «Μὴ γάρ μοι Ἰάκωβον εἴπῃς, φησὶ, καὶ Ἰωάννην· κἂν γὰρ τῶν πρώτων ἀγγέλων ᾖ τις τῶν ἐξ οὐρανοῦ διαφθείρων τὸ κήρυγμα, ἀνάθεμα ἔστω».

Ποία Σύνοδος ἄραγε, πατέρες, θά εἶχε τό δικαίωμα καί τό ἀξίωμα νά καταδικάση τούς ἰδίους τούς Ἀποστόλους καί τούς πρώτους τῶν Ἀγγέλων; Ἐδῶ ἀκόμη ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἀναθεματισμός κατ’ οὐσίαν δέν προέρχεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἤ ἀπό τήν Σύνοδο, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, ἀλλά ἀπό τήν ἴδια τήν φύσι τῆς αἱρέσεως. Ἐπειδή δηλαδή καί ἡ αἵρεσις προσβάλλει τήν ἀλήθεια ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό χωρίο (Ἰωαν. 14,6) εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, δι’ αὐτό ὁ αἱρετικός εἶναι ἀναθεματισμένος ἐκ τῆς ἰδίας τῆς αἱρέσεώς του, ὡς κηρύσσων δηλαδή ἄλλον Χριστόν καί ἄλλον Εὐαγγέλιο. Ἡ Σύνοδος δηλαδή ἐπεκύρωσε αὐτό τό ὁποῖο ἤδη ὑφίσταται. Ἄν ἡ Σύνοδος δέν τό κάνει αὐτό, ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καί αὐτή αἱρετική, ὡς ὑποθάλπουσα καί ἀναγνωρίζουσα τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς.

Εἶναι ἐπίσης σημαντικό, καί πρέπει νά τονισθῆ, αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ἑρμηνευτικά ὁ ἅγιος:  «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἐὰν ἐναντία καταγγέλλωσιν, ἢ ἀνατρέπωσι τὸ πᾶν, ἀλλὰ, Κἂν μικρόν τι εὐαγγελίζωνται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα, κἂν τὸ τυχὸν παρακινήσωσιν, ἀνάθεμα ἔστωσαν».

Νομίζω πατέρες ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός, διά νά ὀνομασθῆ εὐστόχως ἀπό ἐσᾶς καί ἀπό ἄλλους πολλούς «παναίρεσι», δέν ἀλλοιώνει κάτι «μικρόν ἤ τό τυχόν» ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα, ἀλλά ἀνατρέπει τό πᾶν.

Στή συνέχεια ὁ ἅγιος ἑρμηνεύοντας τόν ἑπόμενο στίχο (Γαλατ. 1,9) ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ὡς προείρηκα, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω. Ἵνα γὰρ μὴ νομίσῃς θυμοῦ τὰ ρήματα εἶναι, ἢ ὑπερβολικῶς εἰρῆσθαι, ἢ κατὰ συναρπαγήν τινα, δεύτερον τὰ αὐτὰ πάλιν τίθησιν. Ὁ μὲν γὰρ θυμῷ τι προαχθεὶς εἰπεῖν, κἂν μεταγνοίη ταχέως· ὁ δὲ δεύτερον τὰ αὐτὰ λέγων, δείκνυσιν ὅτι κρίνας οὕτως εἶπε, καὶ πρότερον ἐν τῇ γνώμῃ κυρώσας, οὕτως ἐξήνεγκε τὸ λεχθέν. Ὁ μὲν οὖν Ἀβραὰμ ἀξιούμενος πέμψαι τὸν Λάζαρον ἔλεγεν, Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἐὰν μὴ ἐκείνων ἀκούσωσιν, οὐδὲ νεκρῶν ἀνισταμένων ἀκούσονται. Ταῦτα δὲ αὐτὸν εἰσάγει λέγοντα ὁ Χριστὸς, δεικνὺς ὅτι καὶ νεκρῶν ἐγειρομένων ἀξιοπιστοτέρας εἶναι βούλεται τὰς Γραφάς. Ὁ δὲ Παῦλος (ὅταν δὲ Παῦλον εἴπω, τὸν Χριστὸν πάλιν λέγω· αὐτὸς γὰρ ἦν ὁ κινῶν αὐτοῦ τὴν ψυχήν) καὶ ἀγγέλων ἐξ οὐρανοῦ καταβαινόντων αὐτὰς προτίθησι· καὶ μάλα εἰκότως. Οἱ γὰρ ἄγγελοι, κἂν μεγάλοι, ἀλλὰ δοῦλοι καὶ ὑπουργοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· αἱ δὲ Γραφαὶ πᾶσαι οὐ παρὰ δούλων, ἀλλὰ παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ Δεσπότου γραφεῖσαι ἐπέμφθησαν» (ΕΠΕ 20,200).

Ἐδῶ  ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἀξιοπιστώτερη ἀπό ὅλους καί ὅλα, διότι ἐγράφη ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό καί μᾶς ἀπεστάλη διά μέσου τῶν Ἀποστόλων. Παραδόξως ἐσεῖς, εἰς αὐτό τό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας, ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἁγία Γραφή νά ἀκυρώνει τήν Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, διότι τά δύο αὐτά μεγέθη, Γραφή καί Παράδοση, ὡς ἰσόκυρα, ἀλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους, ὥστε νά ἀποτελουν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο». Αὐτά προφανῶς πατέρες, εἶναι λάθος καί ἀπορῶ πῶς τά ἰσχυρίζεσθε, διότι ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι πλήρης καί δέν ἀλληλοσυμπληρώνεται ἀπό τήν «Κανονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας», ἀλλά ἁπλῶς ἐκφράζεται  καὶ ἑρμηνεύεται δι’ αὐτῆς.

Αὐτό σημαίνει πώς ὅ,τι δέν συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή δέν εἶναι Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι φυσικά τό ἀντίθετο, δηλαδή ὅ,τι δέν  συμφωνεῖ μέ τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁγ. Γραφή. Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι ἡ βάσις ἀπό τήν ὁποία ἐδημιουργήθη ἡ ἱερά Παράδοσις καί ἡ ἱερά Παράδοσις καί ἡ «Κανονική Παράδοσις» τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζουν τήν ἁγία Γραφή, τήν ἀκολουθοῦν πιστά καί τήν ἑρμηνεύουν ἀλάνθαστα, ποτέ ὅμως δέν συμπληρώνουν, διότι τότε αὐτή θά ἦτο ἐλλιπής. Τό γεγονός δέ ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα ἑνιαῖο σύνολο καί εἶναι ἰσόκυρα, σημαίνει ἀκριβῶς τήν πιστότητα τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως στήν ἁγ. Γραφή καί μάλιστα στό σημεῖο πού, μέ βάσι τήν ἱερά Παράδοσι, νά προσδιορισθοῦν καί καταγραφοῦν τά γνήσια βιβλία τῆς ἁγ. Γραφῆς, ὥστε νά προστατευθῆ ἀπό τά νόθα καί ψευδεπίγραφα. Αὐτό ἀκριβῶς διδάσκει ἐδῶ ὁ ἅγιος ὅταν λέγει «Ὁ δὲ Παῦλος (ὅταν δὲ Παῦλον εἴπω, τὸν Χριστὸν πάλιν λέγω· αὐτὸς γὰρ ἦν ὁ κινῶν αὐτοῦ τὴν ψυχήν».

Ἐδῶ θαυμάσια ὁ ἅγιος μᾶς παρουσιάζει τήν πραγματικότητα ὅτι, ὅταν ὁμιλεῖ ὁ Παῦλος στίς ἐπιστολές, ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἐσεῖς, ἀντιθέτως, πατέρες, διδάσκετε ὅτι δέν ἰσχύουν τά λόγια τοῦ Παύλου (δηλαδή κατά τόν Χρυσόστομο, τοῦ Χριστοῦ), ἀλλά ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου.  Δέν γνωρίζω ποῦ τά εὑρήκατε αὐτά γραμμένα καί τί σχέσι ἔχουν μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Θά εἶναι ἄκρως λυπηρό βεβαίως, ἄν μέ αὐτές τίς ἀπόψεις συμφωνεῖ καί ὁ Μητροπολίτης σας.

Ἐδῶ ἐπίσης ὁ ἅγιος ἐπικυρώνει τήν μοναδικότητα τῆς ἁγ. Γραφῆς καί καθορίζει τήν θέσι της, ὅταν γράφει «αἱ δὲ Γραφαὶ πᾶσαι οὐ παρὰ δούλων, ἀλλὰ παρὰ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ Δεσπότου γραφεῖσαι ἐπέμφθησαν». Μολονότι δηλαδή ὁ Χριστός ἐν τῇ πράξει δέν ἔγραψε τίποτε, ὅμως κατ’ οὐσίαν ὅ,τι γράφει ἡ ἁγ. Γραφή εἶναι λόγια καί γράμματα δικά Του.

Συνεχίζοντας ὁ ἅγιος καί ἑρμηνεύοντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἀναφέρει τά ἑξῆς:  «Διὰ τοῦτό φησιν· Ἐάν τις ὑμᾶς εὐαγγελίσηται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν; Διὰ μὲν γὰρ τοῦ τοὺς εὐαγγελιστὰς καὶ ἀγγέλους ἀναθεματίσαι, πᾶν ἀξίωμα περιέγραψε· διὰ δὲ τοῦ ἑαυτὸν, πᾶσαν οἰκειότητα καὶ γνησιότητα. Μὴ γάρ μοι εἴπῃς, ὅτι Οἱ συναπόστολοί σου καὶ ἑταῖροι ταῦτα λέγουσιν· οὐδὲ γὰρ ἐμαυτοῦ φείδομαι τοιαῦτα κηρύττοντος. Ταῦτα δὲ οὐχ ὡς καταγινώσκων τῶν ἀποστόλων φησὶν, οὐδὲ ὡς παραβαινόντων τὸ κήρυγμα, ἄπαγε· Εἴτε γὰρ ἡμεῖς, εἴτε ἐκεῖνοι, φησίν, οὕτω κηρύσσομεν· ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ» (ΕΠΕ 20,202).

Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς τόν ἀναθεματισμό του συμπεριέλαβε ἅπαντας τούς κηρύσσοντας κάτι ἀντίθετο ἀπό τό εὐαγγελικό κήρυγμα. «Καὶ οὐκ εἶπεν, Ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, συνετῶς σφόδρα καὶ ἀνεπαχθῶς. Τί γὰρ ἔδει λοιπὸν ὀνομάτων μνησθῆναι τὸν τοσαύτῃ χρησάμενον ὑπερβολῇ, ὡς καὶ ἅπαντας, καὶ τοὺς ἄνω καὶ τοὺς κάτω, περιλαβεῖν;»

Ἐπίσης διδάσκει τήν διαφορά τῶν θεμάτων τῆς πίστεως ἀπό ὅλα τά ἄλλα παραπτώματα τοῦ Ἐπισκόπου, τά ὁποῖα ἐσεῖς πατέρες ἐπαναλαμβάνω ἐξισώσατε «ἀλλὰ δεῖξαι βουλόμενος, ὅτι ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται, ὅταν περὶ ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ».

Ἐφ’ ὅσον  λοιπόν «ὅταν περί ἀληθείας ὁ λόγος ᾖ» ὁ Θεός «ἀξίωμα προσώπων οὐ προσίεται», ἐσεῖς πῶς θέτετε γιά τά θέματα τῆς πίστεως τό ἀξίωμα τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία μάλιστα, ὅπως ὁμολογεῖτε, πολλάκις ἔσφαλε καί ἐδικαίωσε τήν αἵρεσι καί κατεδίκασε τήν Ὀρθοδοξία;

Εἰλικρινά πατέρες, πιστεύω ὅτι στήν σκέψι σας κυριαρχεῖ ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος ἀπό τήν ὁποία ξεκινᾶτε καί στήν ὁποία καταλήγετε καί ὅ,τι γράφετε τό προσαρμόζετε ἀστήρικτα μέ τήν μέθοδο τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἰς τήν ἑρμηνεία αὐτή. Ἄν, πάντως, εἴδατε στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου κάτι πού νά μᾶς ὁδηγῆ εἰς τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος ἤ στήν ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου προκειμένου νά ἰσχύουν τά ἀναθέματα τοῦ Παύλου, σᾶς παρακαλῶ νά μᾶς τό ὑποδείξετε, ὅπως ἐπίσης κι ἄν κάπου δέν τόν κατανοήσαμε τόν ἅγιο ἤ δέν τόν ἑρμηνεύσαμε σωστά.

Γιά τό δεύτερο ἐπίμαχο χωρίο τοῦ ἀπ. Παύλου (Τίτου 3,10) ὁ Χρυσορρήμων πατήρ ἔχει νά μᾶς διδάξη τά ἑξῆς: «Ἔρεις δὲ, φησί, τὰς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς, ἵνα μὴ κάμνωμεν εἰκῆ, ὅταν μηδὲν ᾖ κέρδος· τὸ γὰρ τέλος αὐτῶν οὐδέν. Ὅταν ᾖ τις διεστραμμένος, καὶ μηδ', ἂν ὁτιοῦν γένηται, προῃρημένος μεταθέσθαι τὴν γνώμην, τίνος ἕνεκεν εἰκῆ κάμνεις κατὰ πετρῶν σπείρων, δέον πονεῖν τὸν καλὸν τοῦτον πόνον εἰς τοὺς σοὺς τὰ περὶ ἐλεημοσύνης αὐτοῖς διαλεγόμενος καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς; πῶς οὖν ἑτέρωθί φησι, Μή ποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν, ἐνταῦθα δὲ, Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν νουθεσίαν καὶ δευτέραν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος; Ἐκεῖ μὲν περὶ τῆς τῶν ἐλπίδα ἐχόντων διορθώσεώς φησι, καὶ περὶ τῶν ἀντιδιατιθεμένων ἁπλῶς· ὅταν δὲ δῆλος ᾖ πᾶσι καὶ φανερὸς, τίνος ἕνεκεν πυκτεύεις εἰκῆ; τί τὸν ἀέρα δέρεις; Τί ἐστιν, Ὢν αὐτοκατάκριτος; Οὐ γὰρ ἔχει εἰπεῖν, ὅτι οὐδεὶς εἶπεν, οὐδεὶς ἐνουθέτησεν. Ὅταν οὖν μετὰ τὴν παραίνεσιν ὁ αὐτὸς ἐπιμένῃ, αὐτοκατάκριτος γίνεται» (ΕΠΕ 24,120).

Ἐδῶ ὁ ἅγιος ἑρμηνεύοντας μέ πιστότητα τόν Παῦλο ἀπαγορεύει κατ’ ἀρχάς τίς συζητήσεις μέ τούς αἱρετικούς, «ὅταν μηδέν ᾖ κέρδος». Καί μάλιστα ὁμιλεῖ γιά «ἔρεις» δηλαδή φιλονεικίες καί ὄχι γιά συμβιβαστικούς καί προσκυνημένους «θεολογικούς διαλόγους», οἱ ὁποῖοι μάλιστα γίνονται, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδόξων, ἀπό τούς βετεράνους καί, κατά τό δή λεγόμενο, ξεφωνημένους Οἰκουμενιστές. Καταλαβαίνετε πατέρες, ὅτι οἱ ἔριδες καί οἱ φιλονεικίες στίς συζητήσεις μέ τούς αἱρετικούς, τίς ὁποῖες ἀπαγορεύει ὁ Παῦλος, ἔχουν κάτι τό ὁμολογιακό, ἐφ’ ὅσον δημιουργεῖται ἕνας παροξυσμός στήν συζήτησι, ἐνῶ τό νά ἀνήκη π.χ. ἡ Μητρόπολις Πειραιῶς στό Π.Σ.Ε. ὡς ἰσότιμο μέλος, εἶναι σά νά συμπλέης στό ἴδιο πλοῖο μέ ὅλους αὐτούς πού συστεγάζονται (καί συγχρωτίζονται) σ’ αὐτόν τόν ὀργανισμό. Δηλαδή πατέρες, μέ ἁπλά λόγια, οἱ Παπικοί εἰς τό σημεῖο αὐτό εἶναι ὀρθοδοξώτεροι ἀπό ἐσᾶς καί τόν Μητροπολίτη σας, διότι αὐτοί συμμετέχουν εἰς τό Π.Σ.Ε. ὄχι ὡς ἰσότιμα μέλη, ἀλλά ὡς παρατηρητές καί φυσικά χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Ἐδῶ ἐπίσης ὁ ἅγιος, ὁμιλῶντας γιά τούς αἱρετικούς, τούς μή καταδικασθέντες ὑπό Συνόδου, ἀπαγορεύει καί κάθε ἀσχολία καί ἀγῶνα ἐναντίον των «ὅταν δέ δῆλος ᾖ καί πᾶσι φανερός (ὁ αἱρετικός), τίνος ἕνεκεν πυκτεύεις εἰκῇ; τί τόν ἀέρα δέρεις;». Θά λέγαμε σήμερα, ἀκολουθῶντας τήν σκέψι τοῦ ἁγίου: τί πυκτεύεις πρός τούς Οἰκουμενιστάς καί τόν ἀέρα δέρεις σκορπώντας χαρτοπόλεμο; Τό ὅτι ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ γιά αἱρετικούς μή καταδικασθέντας ὑπό Συνόδου, φαίνεται ἀπό τίς ἐκφράσεις «ὅταν δέ δῆλος ᾖ καί πᾶσι φανερός»,· διότι ὁ καταδικασμένος αἱρετικός ὑπό τῆς Συνόδου δέν εἶναι «δῆλος καί πᾶσι φανερός», ἀλλά χωρισμένος ὑπό τῆς Συνόδου ἀπό τήν ὀρθόδοξον ὁμήγυριν.

Ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἅγιος ἑρμηνεύει τήν λέξι «αὐτοκατάκριτος», τήν ὁποία ἐσεῖς στήν κριτική σας μελέτη ἀφήσατε ἀνερμήνευτη, ἐνῶ ἐγώ τήν ἑρμήνευσα γράφοντας τά ἑξῆς: «Καί ἐδῶ τό «αὐτοκατάκριτος» σημαίνει τήν αὐτόματη ἀποκοπή τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς ἀπόφασι Συνόδου. Ἡ αἵρεσις δηλαδή μᾶς ἀποκόπτει ἀμέσως ἀπό τήν Ἐκκλησία» (σελ. 77). Ἐσεῖς σχολιάζοντας τό ἐν λόγῳ κείμενο ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Τό ὅτι τά συμπεράσματα αὐτά εἶναι αὐθαίρετα, μόλις εἶναι ἀνάγκη νά ὑπογραμμιστεῖ, γιά τούς λόγους, πού ἐξηγήσαμε παραπάνω, στό προηγούμενο κεφάλαιο, ὅπως ἐπίσης καί στό κεφάλαιο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό συγκεκριμένο χωρίο τοῦ ἀπ. Παύλου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Τί ἐστιν, Ὢν αὐτοκατάκριτος; Οὐ γὰρ ἔχει εἰπεῖν, ὅτι οὐδεὶς εἶπεν, οὐδεὶς ἐνουθέτησεν. Ὅταν οὖν μετὰ τὴν παραίνεσιν ὁ αὐτὸς ἐπιμένῃ, αὐτοκατάκριτος γίνεται». Δηλαδή ὁ ἅγιος ἀναφέρει ὅτι, ἐφ’ ὅσον τοῦ ἔγιναν μία – δύο νουθεσίες καί αὐτός παραμένει σταθερός στίς ἀπόψεις του, γίνεται αὐτοκατάκριτος, δηλαδή αὐτοκαταδικάζεται.

Ἐδῶ ὁ ἅγιος ἐξαιρεῖ τήν περίπτωσι πού κάποιος ἀπό ἄγνοια κηρύττει κάτι αἱρετικό, δι’ αὐτό ἀναφέρει: «Οὐ γάρ ἔχει εἰπεῖν, ὅτι οὐδείς εἶπεν, οὐδεὶς ἐνουθέτησεν». Ἐπίσης, στήν ἑρμηνευτική σκέψι τοῦ ἁγίου, ὁ αἱρετικός αὐτός δέν ἔχει καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο, διότι τότε οἱ νουθεσίες καί οἱ συμβουλές θά εἶχαν γίνει καί μάλιστα εἰς τό ἔπακρον  ἀπό τήν Σύνοδο. Τό «αὐτοκατάκριτος» δέ στήν «Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια» ἑρμηνεύεται ὡς «ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ κατακρινόμενος». Μάλιστα ἡ ἐγκυκλοπαίδεια στήν ἑρμηνεία τῆς λέξεως πού δίδει, ἔχει παραπομπή τό σημεῖο αὐτό   τῆς πρός Τίτον ἐπιστολῆς τοῦ Παύλου.

Ἐσεῖς προφανῶς πατέρες, τό «αὐτοκατάκριτος» τό ἑρμηνεύετε ὡς «κατακριτέος», δηλαδή δέν κατακρίνεται ἀφ’ ἑαυτοῦ του κάποιος λόγῳ τῆς αἱρέσεως, ἀλλά κατακρίνεται ἀπό τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀναφέρει ὅτι «Ὅταν οὖν μετά τήν παραίνεσιν ὁ αὐτός ἐπιμένει, αὐτοκατάκριτος γίνεται»· δηλαδή μετά τήν παραίνεσι καί ὄχι μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.

Καταλαβαίνω ὅμως πατέρες, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου δέν ταιριάζει στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος,  διότι αὐτή ἡ ἑρμηνεία δέν δέχεται αὐτοκατάκριτους καί ἀποτειχίσεις, ἀλλά μόνον καταδικασμένους κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Δηλαδή ἡ Σύνοδος εἶναι ἀνώτερη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ἀπό τήν ἁγ. Γραφή, ἀπό τούς ἀγγέλους καί βεβαίως ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, διότι ὅπως προανέφερα τό στόμα τοῦ Παύλου, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο ἦταν τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Καί μάλιστα σήμερα ὁμιλοῦμε γιά  Σύνοδο, ἡ ὁποία κατά τό πλεῖστον συγκροτεῖται ἀπό τούς ἰδίους τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.

Ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου περί ἀμέσου ἀπομακρύνσεως ἀπό τούς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικούς, φαίνεται καί ἀπό τήν ἑρμηνεία ἄλλων χωρίων τῆς ἁγ. Γραφῆς καί δή τοῦ Ἀπ. Παύλου. Εἰς τήν ἑρμηνεία π.χ. τοῦ χωρίου (Ρωμ. 16,17), ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος γιά τίς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας διχοστασίες, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπό δογματικές παρεκκλίσεις, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἡ δὲ διχοστασία πόθεν; Ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν παρὰ τὴν διδαχὴν τῶν ἀποστόλων. Τὰ δὲ δόγματα τὰ τοιαῦτα πόθεν; Ἀπὸ τοῦ γαστρὶ δουλεύειν καὶ τοῖς ἄλλοις πάθεσιν. Οἱ γὰρ τοιοῦτοι, φησὶ, τῷ Κυρίῳ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλὰ τῇ αὑτῶν κοιλίᾳ. Ὥστε οὐκ ἂν γένοιτο σκάνδαλα, οὐκ ἂν γένοιτο διχοστασία, εἰ μή τι παρὰ τὴν ἀποστολικὴν διδαχὴν ἐπινοηθείη δόγμα· ὃ καὶ ἐνταῦθα δηλῶν ἔλεγε, Παρὰ τὴν διδαχήν. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἣν ἐδιδάξαμεν, ἀλλ', Ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε, προκαταλαμβάνων αὐτοὺς, καὶ δεικνὺς πεπεισμένους δὴ καὶ ἀκούσαντας καὶ καταδεξαμένους. Καὶ τί ποιήσομεν τοῖς τὰ τοιαῦτα κακουργοῦσιν; Οὐκ εἶπεν, Ὁμόσε χωρεῖτε καὶ πυκτεύετε, ἀλλ', Ἐκκλίνατε ἀπ' αὐτῶν. Εἰ μὲν γὰρ ἐξ ἀγνοίας ἢ πλάνης τοῦτο ἐποίουν, ἔδει διορθοῦν· ἐπειδὴ δὲ εἰδότες ἁμαρτάνουσιν, ἀποπηδᾶτε. Καὶ ἀλλαχοῦ δὲ τοῦτο λέγει· Συστέλλεσθε γάρ, φησὶν, ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος. Καὶ Τιμοθέῳ περὶ τοῦ χαλκέως διαλεγόμενος, τοιαῦτα παρῄνει λέγων· Ὃν καὶ σὺ φυλάσσου» (ΕΠΕ 17,718).

Ἐδῶ πάλι βλέπομε τήν ἀπόλυτο ταύτησι καί συνέπεια τοῦ ἁγίου μέ τό χωρίον τοῦ Παύλου (Τίτ. 3,10), τό ὁποῖον περιέχει τήν λέξι «αὐτοκατάκριτος». Πάλι στό σημεῖο αὐτό παραγγέλλει ὁ ἅγιος νά ἀπομακρυνώμεθα πάραυτα ἀπό αὐτούς πού, ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργοῦν διχοστασίες ἐξ αἰτίας τῶν διεστραμμένων δογμάτων, χωρίς νά περιμένωμε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.

Μάλιστα ἐδῶ ὁ ἅγιος, ὅπως συνηθίζει νά κάνη, πρός κατοχύρωσι τῆς διδασκαλίας του ἀναφέρει καί ἄλλα παρόμοια χωρία. Δέν θεωρῶ ὅτι θά χωροῦσε στήν πιό ἀκατάσχετη φαντασία ἡ πιθανότης ὅτι τό «ἐκκλίνατε ἀπ’ αὐτῶν» τοῦ Παύλου καί τό «ἀποπηδᾶτε» τοῦ Χρυσοστόμου προϋποθέτει γιά τήν ἐφαρμογή των τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ἡ δυνητική ὅμως ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, ὁπωσδήποτε προϋποθέτει αὐτήν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, διότι ἄλλως καταρρίπτεται.

Στήν δευτέρα ἐπίσης ὁμιλία του «Περί Ἀκαταλήπτου» ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ταῦτα πρὸς τοὺς ἰσχυροτέρους λέγω καὶ ἀνεπηρεάστους καὶ δυναμένους ἐκ τῆς ἐκείνων ὁμιλίας μηδεμίαν παραδέξασθαι βλάβην· ὡς εἴ τις ἀσθενέστερος εἴη, φευγέτω τούτων τὰς συνουσίας, ἀποπηδάτω τοὺς συλλόγους, ὥστε μὴ τὴν τῆς φιλίας ὑπόθεσιν ἀφορμὴν ἀσεβείας γενέσθαι. Οὕτω καὶ Παῦλος ποιεῖ, αὐτὸς μὲν τοῖς ἀρρωστοῦσιν ἀναμίγνυται καὶ λέγει· “Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος”, τοὺς δὲ μαθητὰς καὶ ἀσθενέστερον διακειμένους ἀπάγει παραινῶν οὕτω καὶ διδάσκων· “Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί”. Καὶ πάλιν· “Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος”.

»Ὁ μὲν γὰρ ἰατρός, ἐὰν ἔλθῃ πρὸς τὸν κάμνοντα, κἀκεῖνον καὶ ἑαυτὸν πολλάκις ὠφέλησεν· ὁ δὲ ἀσθενέστερος καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸν ἀρρωστοῦντα παρέβλαψε, τοῖς νοσοῦσιν ἀναμιγνύμενος· ἐκεῖνόν τε γὰρ οὐδὲν ὠφελῆσαι δυνήσεται, καὶ αὐτὸς ἐπισπάσεται πολλὴν ἀπὸ τῆς ἀρρωστίας τὴν βλάβην. Καὶ ὅπερ οἱ πρὸς τοὺς ὀφθαλμιῶντας ὁρῶντες πάσχουσιν, ἐφελκόμενοί τι τῆς ἀρρωστίας ἐκείνης, τοῦτο καὶ οἱ τοῖς βλασφήμοις συναναμιγνύμενοι τούτοις ὑπομένουσιν, ἂν ὦσιν ἀσθενέστεροι, πολὺ τῆς ἀσεβείας πρὸς ἑαυτοὺς ἐπισπώμενοι μέρος» (ΕΠΕ 35,74).

Ἐδῶ ὁ ἅγιος διδάσκει ὅτι οἱ ἀσθενέστεροι κατά τήν πίστι πρέπει ἀμέσως νά ἀπομακρύνωνται ἀπό κάθε αἱρετικό, διότι αὐτοί θά ὑποστοῦν μεγαλυτέρα βλάβη, ἐπηρεαζόμενοι προφανῶς ἀπό τήν αἵρεσι. Δυστυχῶς ἐσεῖς πατέρες, διδάσκετε τά ἐντελῶς ἀντίθετα.

 Γιά παράδειγμα στήν σελ. 13 τῆς κριτικῆς σας μελέτης ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Ἀλλοίμονο, ἄν ὁ κάθε πιστός μεταβληθεῖ σέ κριτή καί δικαστή καί τοποθετήσει ἔτσι τόν ἑαυτό του ὑπεράνω Συνόδων καί Πατέρων καί ἔχει τήν ἀξίωση νά κρίνει τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τοῦ κάθε ἐπισκόπου». Ὁ κάθε πιστός λοιπόν, σύμφωνα μέ τά λόγια σας δέν ἔχει δικαίωμα νά κρίνη «τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τοῦ κάθε ἐπισκόπου». Ὁ Χρυσόστομος ὅμως διδάσκει ὅτι ὁ κάθε πιστός κινδυνεύει ἄμεσα καί πρέπει νά ἀπομακρυνθῆ ἀμέσως ἀπό αὐτόν πού ἔχει διεστραμένη πίστι. Τώρα τό ἄν ὀφείλετε ἐσεῖς πατέρες, νά συμφωνήσετε μέ τόν ἅγιο ἤ ὁ ἅγιος μέ ἐσᾶς, κρίνετέ το ἐσεῖς καί φυσικά  ἄς τό κρίνουν καί οἱ ἀναγνῶστες τῶν κειμένων μας.
  (Συνεχίζεται)



Δ΄ ΜΕΡΟΣ: http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8517.html
Ε΄ ΜΕΡΟΣ: http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_15.html

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Τι εννοούμε όταν λέμε "πνευματικός αγώνας";


Πηγή: Ἀμέθυστος

Ο ΑΓΙΟΣ Νεκτάριος Πενταπόλεως, ο θαυμα­τουργός, αποτελεί, στις πενιχρές μέρες του εικοστού αιώνα, ένα δώρο του Θεού στον κόσμο. Απαύγασμα της οσιακής του βιοτής αποτελούν τα γραπτά του κείμενα.

Από την "ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ" της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο του Αγίου Νεκταρίου:...

Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Ας προσέξουμε μήπως, για χάρη της παρούσας ζωής, στερηθούμε τη μέλλουσα, μήπως, από τις βιοτικές φροντίδες και μέριμνες, αμελήσουμε το σκοπό της ζωής μας.
Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή από μόνες τους δεν φέρνουν τους επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δεν είναι ο σκοπός της ζωής μας, αποτελούν τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό.

Στολίστε τις λαμπάδες σας με αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίστε την καρδιά σας από κάθε ρύπο και διατηρήστε την αγνή, για να έρθει και να κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, για να σάς πλημμυρίσει το Αγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές.

Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία και η φροντίδα σ’ αυτά να είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό και πόθο σας ασταμάτητο. Γι’ αυτά να προσεύχεστε στο Θεό.

Να ζητάτε καθημερινά τον Κύριο, αλλά μέσα στην καρδιά σας και όχι έξω από αυτήν. Και όταν Τον βρείτε, σταθείτε με φόβο και τρόμο, όπως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος του Θεού. Αλλά για να βρείτε τον Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι το χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τους υπερήφανους, ενώ αγαπάει και επισκέπτεται τους ταπεινούς στην καρδιά.

Αν αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλό, ο Θεός θα σε ενισχύσει. Στον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης της πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δεν αγωνίστηκε, δεν γνώρισε τον εαυτό του.

Προσέχετε και τα μικρά ακόμα παραπτώματα. Αν σας συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μην απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα και προσπέστε στο Θεό, που έχει τη δύναμη να σάς ανορθώσει.

Μέσα μας έχουμε αδυναμίες και πάθη και ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι και κληρονομικά. Όλα αυτά δεν κόβονται με μια σπασμωδική κίνηση ούτε με την αδημονία και τη βαρειά θλίψη, αλλά με υπομονή και επιμονή, με καρτερία, με φροντίδα και προσοχή.

Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γι’ αυτό είναι βλαβερή και επικίνδυνη, και πολλές φορές παροξύνεται από το διάβολο, για ν’ ανακόψει την πορεία του αγωνιστή.

Ο δρόμος που οδηγεί στην τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στο Θεό να σάς δυναμώνει. Να αντιμετωπίζετε με υπομονή τις πτώσεις σας και, αφού γρήγορα σηκωθείτε, να τρέχετε και να μη στέκεστε, σαν τα παιδιά, στον τόπο που πέσατε, κλαίγοντας και θρηνώντας απαρηγόρητα.

Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Μην απελπίζεστε, αν πέφτετε συνέχεια σε παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι και από τη φύση τους ισχυρές και από τη συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και με την επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα να μη σας απελπίζει.
 
ΠΗΓΗ: Ελληνισμος-Ορθόδοξια

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ Ε΄










ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ


Ι. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ


ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ




Ε΄ Μέρος


ν συνεχείᾳ θά ἀναφερθῶ εἰς τό ἑπόμενο κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας, τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Ἀπόπειρα συγκρίσεως τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ Συνόδου μέ ἄλλους Κανόνες».
Ἐδῶ, προκειμένου πατέρες νά ἀποδείξετε ὅτι κανένας Kανόνας δέν συνηγορεῖ ὑπέρ τῆς ἀποτειχίσεως, μεταχειρίζεσθε πάλι, πλήν τοῦ ὀρθολογισμοῦ, καί τίς δύο μεθόδους πού ἤδη ἐχρησιμοποιήσατε καί προηγουμένως. Δηλαδή, τό νά καταβιβάσετε τά θέματα τῆς πίστεως καί αἱρέσεως εἰς τό ἐπίπεδο ὅλων τῶν ἄλλων παραπτωμάτων τοῦ Ἐπισκόπου, γιά τά ὁποῖα ἀναμένομε τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, καί τό νά ἀπαλλάξετε τό κάθε πιστό καί ὀρθόδοξο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, κληρικό ἤ λαϊκό, ἀπό τήν εὐθύνη γιά τήν καταστολή τῆς αἱρέσεως καί κυρίως τήν συμμετοχή εἰς αὐτήν, διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Ἐδῶ κατ’ οὐσίαν πατέρες, καταρρίπτετε ἄνευ μάχης τό τελευταῖο καί κυριώτατο φρούριο τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτόν τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἔχει ὀρθότατα λεχθῆ ὅτι κρίνει, ὄχι ἁπλῶς ἕναν Ἐπίσκοπο, ἀλλά ἀκόμη καί τίς ἀποφάσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Σᾶς ὑπενθυμίζω δύο πράγματα, διά νά πεισθῆτε περί τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου.
Τό ἕνα εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις ἀπὸ τὸν λαό, τῶν Ἐπισκόπων πού ὑπέγραψαν στήν Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας–Φερράρας, ὅταν αὐτοί ἐπέστρεψαν εἰς τήν Κων/πολι. Ἦταν τόσο σκληρή καί ἀποφασιστική ἡ ἐναντίον τους στάσι του, ὥστε ἀναγκάσθηκαν αὐτοί νά ὁμολογήσουν μετάνοια ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, προκειμένου νά γλυτώσουν τήν ζωή των καί φυσικά τόν θρόνο των. Αὐτή ἡ στάσις τοῦ λαοῦ ἦταν ἐκείνη, ἡ ὁποία συνήργησε τά μέγιστα εἰς τήν ἀνατροπή τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου αὐτῆς, πέραν βεβαίως τῆς στάσεως τοῦ ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Ὁ ἅγ. Μᾶρκος, μάλιστα, σέ πολλές ἐπιστολές του μνημονεύει τήν ἄτεγκτη καί ὁμολογιακή αὐτή στάσι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἐδέχετο καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς ὑπογράψαντας Ἐπισκόπους.
Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848 ἡ ὁποία θέτει τόν λαό ὡς φύλακα τῆς πίστεως καί τό φρούριο αὐτό τό ὁποῖο δέν πρέπει ποτέ νά πέση: «Παρ’ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».  Ἐσεῖς δυστυχῶς πατέρες, θεωρεῖτε τόν λαό ἀνώριμο  καί ἀνεύθυνο περί τήν πίστι καί τήν πνευματική ζωή καί, βεβαίως, περιμένετε νά γίνη ἡ καταστολή τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν Σύνοδο, δηλαδή περιμένετε οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί, ὡς ὥριμοι προφανῶς περί τήν πίστι, νά καταδικάσουν τούς ἑαυτούς των.
Ἀλλά ἄς ἔλθωμε νά ἀναφέρωμε κάποια ἀπό τά σημαντικώτερα τμήματα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ τῆς κριτικῆς μελέτης σας καί νά τά σχολιάσωμε ἀναλόγως, μέ βάσι πάντοτε τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἄν διαπιστώσετε πατέρες, κάπου εἰς τά γραφόμενά μου ὅτι κάτι δέν συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες  καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ τό ὑποδείξετε πάραυτα διά νά διορθωθῶ καί νά εὐθυγραμμισθῶ μέ αὐτά. Λυποῦμαι ὅμως ἀφάνταστα, ὅταν ὁμιλεῖτε γιά τόσο σοβαρά θέματα, ὅπως εἶναι τά θέματα τῆς πίστεως, καί στηρίζεσθε ἀποκλειστικῶς καί μόνο στόν ὀρθολογισμό καί οὐδόλως στήν ἁγ. Γραφή καί στή διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Ἀναφέρετε λοιπόν στό κεφάλαιο αὐτό τῆς κριτικῆς μελέτης σας τά ἑξῆς, σχολιάζοντας τόν 31ον Ἀποστολικό Κανόνα καί τήν συσχέτισι πού ἐγώ τοῦ ἔκανα, μέ τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου: «Τὸ ὅτι ὁ παρών Κανόνας (ἐννοεῖται ὁ 31ος Ἀποστολικός) θέτει ὡς ἐξαίρεση γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν ἐπίσκοπο τά θέματα πίστεως καί δικαιοσύνης, δέν σημαίνει ὅτι δίδει τό δικαίωμα στόν κάθε πιστό, νά γίνει κριτής καί δικαστής αὐτοῦ τοῦ ἐπισκόπου, ἐάν καί κατά πόσον δηλαδή ὁ ἐπίσκοπος αὐτός εἶναι αἱρετικός ἤ ἄδικος. Καί τοῦτο, διότι, ὅπως ἤδη ἐτονίσθη, δέν εἶναι ἁρμόδιο καί ἱκανό τό κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας νά κάνει αὐτό τό ἔργο ἀλάνθαστα καί δίκαια, ἐπειδή δέν ἔχει τήν ἀνάλογη πνευματική ὡριμότητα καί γνώση. Αὐτό τό ἔργο ἀνήκει μόνον σέ Σύνοδο ἐπισκόπων. Ἐάν ὁλόκληροι Σύνοδοι ἐπισκόπων συνέβη, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία, νά πλανηθοῦν καί νά βγάλουν ἐσφαλμένες καί ἄδικες συνοδικές ἀποφάσεις γιά διάφορα πρόσωπα, πόσο μᾶλλον εἶναι εὔκολο νέ πλανηθεῖ καί νά πέσει ἔξω ἕνας ἁπλοϊκός πιστός, ἀνώριμος περί τήν πίστιν καί τήν πνευματικήν ζωήν;».
Ἐδῶ, κατ’ ἀρχάς πατέρες, ὁμολογεῖτε ὅτι, ὁ 31ος  Ἀποστολικός Κανών, θέτει ὡς ἐξαίρεσι τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς δικαιοσύνης καί ἀναφέρετε τί αὐτό δέν σημαίνει. Δέν εἶδα ὅμως (πρός μεγάλη μου ἔκπληξι) πουθενά στήν κριτική σας μελέτη, νά ἀναφέρετε τό τί αὐτό σημαίνει. Διότι ἄν, ὅπως ἀναφέρετε,  αὐτό «δέν σημαίνει, ὅτι δίδει τό δικαίωμα στόν κάθε πιστό νά γίνη κριτής καί δικαστής αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου», τί τέλος πάντων σημαίνει ἡ ἐξαίρεσις τοῦ Κανόνος αὐτοῦ; Μήπως κατ’ ἀρχάς, τά ἐξαιρεῖ τά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς δικαιοσύνης γιά νά μήν τά καταβιβάση, μέ ὅλα τά ἄλλα προσωπικά σφάλματα καί ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου, τό ὁποῖο ἐσεῖς πράττετε διά τῆς ἐξισώσεως τῶν θεμάτων τῆς πίστεως καί τῆς ἰδίας ἀντιμετωπίσεως μέ ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου;
 Ἐπί πλέον, μήπως ὁ Κανόνας τά ἐξαιρεῖ γιά νά διασφαλίση τόν κάθε πιστό καί νά τόν καταστήση ὑπεύθυνο καί συνεπῶς ἔνοχο, ἐάν ἔχη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ἕναν τέτοιο Ἐπίσκοπο; Μήπως ἀκόμη –μέ τήν ἐξαίρεσι αὐτή– ὁ Ἀποστολικός αὐτός Κανόνας δηλώνει ὅτι, στήν περίπτωσι αὐτή τῆς ἐξαιρέσεως, οἱ ἀποτειχισμένοι ἀπό αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο δέν δημιουργοῦν σχίσμα καί παρασυναγωγή, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Κανόνας; Διότι, ἄν συμβαίνει αὐτό, τότε ἄριστα συμφωνεῖ ὁ Κανόνας αὐτός μέ τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὁ ὁποῖος παρομοίως ἀναφέρει ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, δέν δημιουργοῦν σχίσμα, ἀλλά λυτρώνουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα.
Θά ἔπρεπε λοιπόν πατέρες, νά μᾶς ἀναφέρετε πρωτίστως, τί σημαίνει αὐτή ἡ ἐξαίρεσις καί ὄχι τί δέν σημαίνει. Διότι ἄν μᾶς ἀναφέρατε τό τί σημαίνει, τότε εὐνόητο ἦτο νά κατανοήσωμε καί τό τί δέν σημαίνει.
Προφανῶς ὅμως δέν μᾶς ἀναφέρατε τό τί σημαίνειἐξαίρεσις τοῦ Κανόνος αὐτοῦ, διότι αὐτό ἀντιστρατεύετε στήν δυνητική ἑρμηνεία καί, βεβαίως, στήν προσπάθειά σας νά προσαρμόσετε τά θέματα τῆς πίστεως σέ ὅλα τά ἄλλα θέματα τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἐπισκόπου. Ἡ προσπάθειά σας αὐτή φαίνεται ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου τῆς κριτικῆς μελέτης σας εἰς τήν ὁποία ἀναφέρετε: «Ἐξάλλου τό ὅτι ὁ Κανόνας αὐτός δέν παρέχει ἕνα τέτοιο δικαίωμα στόν κάθε πιστό, φαίνεται ἀπό ὅσα νομοθετοῦν οἱ 13ος, 14ος καί 15ος Κανόνας τῆς ΑΒ' Συνόδου, οἱ ὁποῖοι κατά τρόπο συμπληρωματικό ἔρχονται νά διασαφήσουν τό νοηματικό περιεχόμενο τοῦ ἐν λόγω Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Ἐξ αὐτῶν οἱ 13ος, 14ος καί τό πρῶτο μέρος τοῦ 15ου ἀπειλοῦν μέ καθαίρεση τούς κληρικούς ἐκείνους, πού θά τολμήσουν νά ἀπομακρυνθοῦν καί δέν μνημονεύσουν, ταὐτόν εἰπεῖν ἀποτειχιστοῦν, ἀπό τόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο, προτοῦ ἡ Σύνοδος νά ἐξετάσει καί καταδικάσει τά ἐγκλήματα καί παραπτώματα (ἤ ἀδικήματά) του».
Εἶναι ὄντως ἄξιον ἀπορίας, πατέρες, τό πῶς, ἐνῶ καί οἱ δύο αὐτοί Κανόνες ἐξαιροῦν τά θέματα τῆς πίστεως ἀπό ὅλα τά ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου, ἐσεῖς ἀπεναντίας, τά ταυτίζετε καί τά ἀντιμετωπίζετε κατ’ οὐσίαν κατά τόν ἴδιο τρόπο. Μέ αὐτήν σας τήν μέθοδο, τήν τελείως ἀμάρτυρη ἀπό ἁγιογραφικῆς, κανονικῆς καί πατερικῆς πλευρᾶς, ἀφήνετε τελείως ἀπροστάτευτο τό κάθε πιστό καί ὀρθόδοξο μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τό ἀφήνετε στό στόμα τοῦ λύκου, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου∙ ἀναιρεῖτε καί, κατ’ οὐσίαν, καταργεῖτε τήν ἀποτείχισι, ἡ ὁποία πρωτίστως ἀποβλέπει στήν προστασία τοῦ κάθε πιστοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τήν αἵρεσι καί τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο∙  βοηθᾶτε τά μέγιστα στήν ἐξάπλωσι καί ἑδραίωσι τῆς αἱρέσεως, ἐφ’ ὅσον κατ’ οὐσίαν ἀχρηστεύετε καί ἀδρανοποιεῖτε τό τελευταῖο κάστρο τῆς πίστεως, τὸ λαό τοῦ Θεοῦ καί, βεβαίως, μᾶς δίδετε νά κατανοήσωμε πλήρως τό γιατί ἡ αἵρεσις τῆς ἐποχῆς μας, δηλαδή ὁ Οἰκουμενισμός, δέν καταστέλλεται ἀλλά ἀπεναντίας ἐπεκτείνεται καί ἑδραιώνεται.
Πρέπει ἐπίσης νά τονισθῆ ὅτι, διά τῆς ἀποτειχίσεως, ὁ κάθε πιστός δέν καταργεῖ, οὔτε ἰδιοποιεῖται τό ἔργο τῆς Συνόδου, ἀλλά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν μολυσματική ἀσθένεια, καί αὐτοπροστατεύεται ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος διά τῆς αἱρέσεως μετεβλήθη σέ λύκο, μέχρι τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου. Ἡ ἀπόφασις δέ τῆς Συνόδου, κατ’ οὐσίαν, δέν ἀποκόπτει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, διότι ἡ ἔκπτωσις ἔχει γίνει διά τῆς αἱρέσεως, ἀλλά ἀπομακρύνει τό νεκρό ἤδη μέλος ἀπό τό σῶμα της (ἤ τό ἀποκόπτει ἐφ’ ὅσον αὐτό ἤδη ἔχει νεκρωθῆ διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως), πρωτίστως διά νά μή συμμετέχη εἰς τήν αἵρεσι διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο καί, βεβαίως, διά νά ὀρθοτομήση τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί νά προστατεύση ἐπισήμως καί συνοδικῶς τό ποίμνιο καί κυρίως αὐτούς πού προφανῶς παρεσύρθηκαν ἀπό τίς αἱρετικές διδασκαλίες αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου.
Πρέπει εἰς τό σημεῖο αὐτό νά ἐνθυμηθοῦμε τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τήν ἁγιογραφική ἔκφρασι «ὀρθοτομοῦντα τόν λόγο τῆς ἀληθείας» (Β΄ Τιμ. 2,15). Ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Καλῶς τοῦτο εἶπε· πολλοὶ γὰρ αὐτὸν παρασπῶσι πάντοθεν καὶ παρέλκουσι· πολλὰ ἔχει τὰ ἐπιφυόμενα. Καὶ οὐκ εἶπεν, Ἀπευθύνοντα, ἀλλ', Ὀρθοτομοῦντα· τουτέστι, Τέμνε τὰ νόθα, καὶ τὰ τοιαῦτα μετὰ πολλῆς τῆς σφοδρότητος ἐφίστασο καὶ ἔκκοπτε· καθάπερ ἐπὶ ἱμάντος τῇ μαχαίρᾳ τοῦ πνεύματος πάντοθεν τὸ περιττὸν καὶ ἀλλότριον τοῦ κηρύγματος ἔκτεμνε» (P.G. 62,626).
Σύμφωνα λοιπόν μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου, ἐφ’ ὅσον ἡ Σύνοδος δέν τέμνει τά νόθα (αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί αἱρετικούς Οἰκουμενιστάς), δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή δέν εἶναι ὀρθόδοξος, ἔστω καί ἄν εἰς αὐτήν συμμετέχη ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καί ὁποιοσδήποτε ἄλλος ἀντιοικουμενιστής Ἐπίσκοπος. Μᾶλλον οἱ Μητροπολίτες αὐτοί συμμετέχουν στήν αἵρεσι διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς.
Εἰς αὐτό συνηγορεῖ καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅταν ἀναφέρει τά ἑξῆς: «οὐ γὰρ οἷόν τε συνόδῳ συναριθμηθῆναι τοὺς περὶ πίστιν ἀσεβοῦντας οὐδὲ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος ἐξέτασιν τῆς περὶ πίστεως ἐξετάσεως. χρὴ γὰρ πρῶτον πᾶσαν περὶ τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καὶ τότε τὴν περὶ τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι» (ΕΠΕ 9, 284).
Ἐφ’ ὅσον δηλαδή ὑπάρχει θέμα αἱρέσεως (καί μάλιστα παναιρέσεως ὅπως ὁμολογήσατε), ὅταν συνέλθη ἡ Σύνοδος, πρέπει πρῶτα αὐτό νά ἐξετάση καί ταυτοποιήση καί ἔπειτα νά ἀσχοληθῆ μέ οἱοδήποτε ἄλλο θέμα.
Καί ἀπό ἐδῶ, ὅπως βλέπομε, γίνεται ἀντιληπτό, πέραν ὅλων τῶν ἄλλων, ὅτι τά θέματα τῆς πίστεως δέν συγκαταριθμοῦνται οὔτε ὑπάγονται σέ ὅλα τά ἄλλα ζητήματα καί προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου.
Ἔτσι λοιπόν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου διά τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων ὄχι μόνον δέν περιθωριοποιεῖται διά τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλά εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, πρῶτα–πρῶτα γιά τήν ἴδια τήν Σύνοδο, γιά τήν ὁποία ὁμολογεῖται στίς ἀρχιερατικές λειτουργίες ὅτι ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Ἔπειτα εἶναι ἀναγκαία διά νά δικαιώση τούς ἀποτειχισμένους καί νά συνταχθῆ μέ αὐτούς κατά τήν πίστι, καί βεβαίως διά νά βοηθήση ὅσους ἐπλανήθησαν ἀπό τήν αἱρετική διδασκαλία τοῦ Ἐπισκόπου νά ἐπανέλθουν εἰς τήν ὀρθόδοξον πίστι.
Ὅταν λοιπόν ἐσεῖς πατέρες, κατ’ οὐσίαν καταργεῖτε τήν ἀποτείχισι, καταργεῖτε καί τήν ἐπαναφορά εἰς τήν Ὀρθοδοξία, ἐφ’ ὅσον ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχει ὡς φορεῖς πρωτίστως τούς Ἐπισκόπους. Καταργεῖτε καί τήν αὐτοπροστασία πού παρέχει ἡ ἁγ. Γραφή καί οἱ ἱεροί Κανόνες στόν κάθε πιστό, κληρικό ἤ λαϊκό, προκειμένου νά προστατευθῆ ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἔχει μεταβληθῆ σέ λύκο. Ἐκτός ἄν, ἐσεῖς πατέρες, θεωρεῖτε αὐτοπροστασία ἀπό τήν αἵρεσι τίς προφορικές καί γραπτές διαμαρτυρίες, τίς ὁμολογίες, τά ἀναθέματα καί τόν χαρτοπόλεμο, ἐνῶ κατά τά ἄλλα συμπορεύεσθε, ἀναγνωρίζετε καί ταυτίζεσθε ἐκκλησιαστικῶς μέ τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς μας. Ἴσως αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα νέο τρόπο αὐτοπροστασίας ἀπό τήν αἵρεσι, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ αἱρετικὴ-ποιμαντική καινοτομία καὶ τὸν ὁποῖο ὄχι μόνο δὲν γνωρίζουν, οὔτε διδάσκουν ἡ ἁγ. Γραφή, οἱ ἱεροί Κανόνες καί οἱ Ἅγιοι, ἀλλὰ στὸν ὁποῖο σφοδρῶς ἀντιτίθενται.
Δέν θέλω νά ἀναφερθῶ περισσότερο εἰς αὐτά πού γράφετε, διότι ὅλη ἡ ἐπιχειρηματολογία σας στηρίζεται στήν ὑποβίβασι καί ἐξίσωσι τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου.
Πρέπει λοιπόν πατέρες, πρῶτα νά μᾶς ἀναφέρετε ποῦ τό εὑρήκατε αὐτό γραμμένο καί βεβαίως νά μᾶς ἀναφέρετε ὄχι τό τί δέν σημαίνει ἡ ἐξαίρεσις τοῦ Κανόνος, ἀλλά τό τί σημαίνει.
Ἐπειδή πατέρες, ἐδῶ θέτετε ἕνα ἐρώτημα, πρέπει εἰς αὐτό νά ἀπαντήσω, τήν στιγμή μάλιστα πού ζητῶ καί ἀπό σᾶς κάποιες ἀπαντήσεις, καί κατόπιν θά προχωρήσω παρακάτω. Ἀναφέρετε συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Ἐδῶ δέν τίθεται θέμα δυνητικῆς ἤ μή ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, (ὁ Κανόνας οὕτως ἤ ἄλλως εἶναι ὑποχρεωτικός), ἀλλά θέμα ὀρθῆς κρίσεως τῶν ἀδικημάτων ἤ τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν τοῦ ἐπισκόπου. Τό ἐρώτημα, π. Εὐθύμιε, εἶναι ποιός εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνει ἕνα τέτοιο ἐπίσκοπο».
Ἐδῶ κατ’ ἀρχάς πατέρες, ὁμολογεῖτε ὅτι ὁ Κανόνας εἶναι ὑποχρεωτικός. Ὅταν λοιπόν ἔχομε μία ἐξαίρεσι σέ ἕναν ὑποχρεωτικό Κανόνα, αὐτό τί σημαίνει; Ἄν πατέρες, δέν ἔχωμε χάσει τά λογικά μας, νομίζω πώς  θά συμφωνήσωμε ὅτι αὐτό, τό ὁποῖο ἐξαιρεῖ ὁ ὑποχρεωτικός Κανόνας, δέν ὑπάγεται εἰς αὐτά πού νομοθετεῖ ὁ Κανόνας, ἀλλά ἐξαιρεῖται διότι ὑπάγεται κάπου ἀλλοῦ. Ἄν γιά παράδειγμα ἔχομε ἕνα Κανόνα στήν γραμματική καί ἀπό αὐτόν ἐξαιροῦνται κάποιες λέξεις, σημαίνει ὅτι οἱ λέξεις αὐτές δέν ἀνήκουν σέ αὐτά πού νομοθετεῖ ὁ Κανόνας. Καί ἄν τέλος πάντων, γιά νά μή γίνω κουραστικός, ἔχομε ἕνα ἀπαγορευτικό σῆμα στό δρόμο καί γράφει ὅτι ἐξαιροῦνται αὐτά καί αὐτά τά ὀχήματα, σημαίνει ὅτι αὐτά πού ἐξαιροῦνται δέν ἀνήκουν εἰς αὐτά πού ἀπαγορεύει τό σῆμα.
Ἐσεῖς ὅμως πατέρες, ἀντιθέτως, τήν ἐξαίρεσι τοῦ Κανόνος τήν ὑπαγάγετε (μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τήν ὁποία χρησιμοποιεῖτε) πάλι εἰς τόν Κανόνα, τήν στιγμή πού δι’ αὐτό ἀκριβῶς ἐξαιρεῖται, διότι ἀνήκει κάπου ἀλλοῦ. Δηλαδή εἶναι σά νά λέμε, γιά νά χρησιμοποιήσωμε τά ἀνωτέρω παραδείγματα, ὅτι οἱ λέξεις πού ἐξαιρεῖ ὁ Κανόνας τῆς γραμματικῆς θά γραφοῦν ὄχι σύμφωνα μέ ἄλλο Κανόνα, ἀλλά ὅπως ὁρίζει ὁ Κανόνας πού τίς ἐξαιρεῖ. Πρός τί λοιπόν ἡ ἐξαίρεσις; Αὐτή εἶναι ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί τό κατάντημά της, τό νά καταβιβάσωμε δηλαδή τά θέματα τῆς πίστεως καί νά τά ἀντιμετωπίζωμε ὅπως ὅλα τά ἄλλα προσωπικά ζητήματα καί ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου.
Στό ἐρώτημα τό ὁποῖο θέτετε: «ποιός εἶναι ὁ ἁρμόδιος νά κρίνη ἕνα τέτοιο Ἐπίσκοπο», ἔχω νά ἀπαντήσω τά ἑξῆς. Γιά τήν προσωπική μου ἀσφάλεια καί προκειμένου νά μήν συμμετέχω στήν αἵρεσι, ἐφ’ ὅσον ὑπάγομαι ἐκκλησιαστικά εἰς αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο, ἁρμόδιος εἶμαι νά τόν κρίνω ἐγώ. Τήν προσωπική μου αὐτή εὐθύνη τήν ἐπιβεβαιώνει ἡ ἁγ. Γραφή, ἡ ὁποία ἐπιτάσσει, ὄχι μόνο τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσί μου ἀπό κάθε αἱρετικό, ἀλλά ἀκόμη τόν ἀναθεματίζει, καί μοῦ ἐπιβάλλει νά μήν δεχθῶ νά μέ ὁδηγῆ τυφλός, διότι θά πέσω στόν γκρεμό, καί ἐπίσης μοῦ ἀπαγορεύει ἀκόμη καί τήν ἁπλή συνεστίασι μέ ἕνα δεδηλωμένο ἁμαρτωλό, πολύ δέ περισσότερο τήν πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ἕναν δεδηλωμένο αἱρετικό Ἐπίσκοπο. Τήν προσωπική μου αὐτή εὐθύνη τήν ἐπιβεβαιώνουν ἐπίσης οἱ ἱεροί Κανόνες, καί εἰδικά ὁ 15ος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί ὁ 31ος Ἀποστολικός, καί ἐπίσης τήν ἐπιβεβαιώνουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσί μας ἀπό ὅλους τούς αἱρετικούς ποιμένες, τούς ὁποίους ἀποκαλοῦν λύκους καί φαρμακερά φίδια.
Ὅταν ὅμως πρόκειται νά ἐξετάσωμε ὄχι τήν προσωπική μου ἀσφάλεια καί πορεία, ἀλλά τήν ἀσφαλῆ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικό ὄργανο εἶναι ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων.  Αὐτή δηλαδή θά ἀποκόψη τόν νεκρωθέντα καί ἀποκοπέντα ἤδη διά τῆς αἱρέσεως Ἐπίσκοπο διά νά ὀρθοτομήση τόν λόγο τῆς ἀληθείας, διά νά μήν συμμετέχη στήν αἵρεσι διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ αὐτόν τόν Ἐπίσκοπο καί διά νά διασφαλίση τό ποίμνιο καί κυρίως αὐτούς, οἱ ὁποῖοι παρασύρθηκαν ἤ ἀποδέχθηκαν τίς αἱρετικές διδασκαλίες αὐτοῦ τοῦ Ἐπισκόπου. Ἄν τώρα ἐσεῖς πατέρες, δέν συμφωνεῖτε μέ αὐτά θά ἤθελα νά μοῦ ἀπαντήσετε, προσκομίζοντας φυσικά τίς ἀνάλογες ἁγιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες. Τά χωρία τῆς ἁγ. Γραφῆς  καί τῶν ἁγ. Πατέρων εἰς τά ὁποῖα ἐστηρίχθηκα, δέν τά ἀνέφερα συγκεκριμένα, διότι εἶναι πασίγνωστα, ἔχουν δέ καταγραφῆ διεξοδικά εἰς τό βιβλίο μέ τό ὁποῖο ἀσχοληθήκατε στήν ἐν λόγῳ κριτική σας μελέτη.
Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ στόν Α΄ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου μέ τόν ὁποῖο ἀσχολεῖσθε ἐν συνεχείᾳ καί σχολιάζετε αὐτά τά ὁποῖα γράφω στό ἐκδοθέν βιβλίο μου. Γράφετε συγκεκριμένα —μετά ἀπό μία μικρή ἀνάλυσι τοῦ Κανόνος πού κάνετε— τά ἑξῆς: «Κατ' ἀρχήν θά θέλαμε νά ὑπογραμμίσουμε καί μάλιστα μέ κεφαλαῖα γράμματα, τό ἑξῆς: Τό τί ἀποτελεῖ ἀκρίβεια καί τί οἰκονομία στό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό αἱρετικό ἐπίσκοπο φαίνεται ξεκάθαρα ἀπό ὅλη τήν Συνοδική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Φαίνεται δηλαδή ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, πού συνεκρότησαν τίς διάφορες Συνόδους, ἐπεφύλασσαν δι' ἑαυτούς τό δικαίωμα νά κρίνουν, καταδικάσουν, ἀποκόψουν μέ ἀφορισμό καί ἀνάθεμα, δηλαδή ἀποτειχίσουν, (μέ συνέπεια νά διακόψουν κατόπιν καί τήν μνημόνευση), τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους».
Ἐδῶ πραγματικά, δέν εἶναι δυνατόν πατέρες, νά κατανοήσωμε τήν λογική σας, μέ τήν ὁποία χαράσσετε, καί μάλιστα μέ κεφαλαῖα γράμματα, αὐτές τίς γραμμές. Ἴσως νά εἶχαν λογική συνέπεια τά γραφόμενά σας, ἄν ὑπῆρχε μία ἔστω συνοδική ἀπαγόρευσι, ἡ ὁποία νά ἔλεγε ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀποτείχισις γιά θέματα πίστεως, διότι πρέπει πρῶτα νά ὑπάρξη καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Σύνοδο. Ἀπεναντίας συνοδικές ἀπαγορεύσεις ὑπάρχουν γιά ἐκείνους πού ἀποτειχίζονται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο γιά ὅλα τά ἄλλα θέματα πλήν τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Τό ὅτι ἐσεῖς ταυτίζετε τά θέματα τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα θέματα, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ὑπερασπίζεσθε μέ ἀντιπατερικό τρόπο τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος καί βεβαίως θέλετε νά καταργήσετε τήν ἀποτείχισι, προφανῶς διότι αὐτή ἔχει κόστος καί συνέπειες, ὑπό τήν ἔννοια τῶν προσωπικῶν θυσιῶν.
Ἔπειτα πατέρες, δείχνουμε ὅτι στερούμεθα τήν ἁπλή λογική νά κατανοήσωμε ἁπλές ἔννοιες. Διότι ἡ ἀποκοπή ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ νεκροῦ, λόγῳ τῆς αἱρέσεως, μέλους δέν εἶναι ἀποτείχισις ἤ τουλάχιστον δέν εἶναι ἡ ἀποτείχισις τήν ὁποία ἀναφέρει ὁ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Διότι ὁ Κανόνας ὁμιλεῖ διά ἀποτείχισι καί διακοπή μνημονεύσεως πρό συνοδικῆς κρίσεως, ἐνῶ ἐσεῖς ὁμιλεῖτε πλέον δι’ ἀποτείχισι καί διακοπή μνημονεύσεως μετά τήν συνοδική κρίσι.
Ἐδῶ πάλι ταυτίζετε τά θέματα τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα, διότι, μετά τήν συνοδική κρίσι καί καταδίκη, ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως ἐπιβάλλεται καί σ’ αὐτόν πού καταδικάστηκε λόγῳ αἱρέσεως καί σ’ αὐτόν πού καταδικάστηκε λόγῳ ἠθικῶν ἤ ἄλλων προσωπικῶν του ἁμαρτημάτων.  Μέχρι δέ νά γίνη συνοδική καταδίκη τῶν αἱρετικῶν, ὅλα στήν Ἐκκλησία θά εἶναι κατά τό δή λεγόμενο «φίρδην μίγδην», δηλαδή αἱρετικοί καί Ὀρθόδοξοι ἀνακατεμένοι, ἡ Ἐκκλησία δέ θά ἔχη πορεία πρός δυσμάς, ἐξ’ αἰτίας τοῦ ὅτι οἱ αἱρετικοί κατέχουν τίς Ἐπισκοπικές ἤ Πατριαρχικές θέσεις καί, προσέτι, ἔχουν τήν πολιτική ὑποστήριξι καί κάλυψι. Καί βεβαίως, σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψί σας (τό ἀναφέρετε κατωτέρω στήν κριτική μελέτη σας), ἡ Ἐκκλησία θά ἐξακολουθῆ νά εἶναι ἄσπιλος καί ἄμωμος, ἐξ’ αἰτίας τῆς κεφαλῆς της, ἐνῶ τό σῶμα εἶναι γεμᾶτο λέπρα. Δέν νομίζω πατέρες, ὅτι πέραν τοῦ ὀρθολογισμοῦ, θά μπορούσατε νά τά στηρίξετε ὅλα αὐτά τά καινοφανῆ καί καινοτόμα, τά ὁποῖα τόσο πρόχειρα ἔχετε γράψει στήν κριτική μελέτη σας.
Στή συνέχεια ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Παράδοση ἀποτελεῖ τὴν ἀκρίβεια καὶ ὄχι ὅσα διαλαμβάνει ἡ δεύτερη παράγραφος τοῦ 15ου Κανόνος τῆς ΑΒ'. Δὲν εἶναι δυνατὸν παράγραφος ἑνός Κανόνος νὰ ἐπέχει θέση ἀκρίβειας, νὰ ἀνατρέπει καὶ νὰ περιθωριοποιεῖ μία ὁλόκληρη Συνοδικὴ Παράδοση αἰώνων, Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Ἐὰν ὁ 15ος Κανόνας τῆς ΑΒ' ἀποτελοῦσε τὴν γραμμὴ τῆς ἀκρίβειας, τότε οἱ Ἅγιοι Πατέρες θὰ περιορίζοντο στὶς Συνόδους νὰ καταδικάσουν μόνο τὴν αἵρεση καὶ ὄχι καὶ τοὺς αἱρετικούς, διότι ἡ καταδικαστικὴ κρίση καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ αὐτούς, ὄφειλε νὰ γίνει ἀπό τούς ἰδίους τούς πιστούς. Μιὰ τέτοια γραμμή, ὅμως, ποτὲ δὲν ἐφαρμόστηκε στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας».
Ἐδῶ πατέρες δείχνετε ὅτι ὁ 15ος Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἀντιστρατεύεται σέ ὅλη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί ἀνατρέπει «μία συνοδική Παράδοση αἰώνων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων». Μᾶλλον δηλαδή θά ἐχαράκτηκε ἀπό βέβηλα χέρια, τά ὁποῖα ἤθελαν τό κακό τῆς Ἐκκλησίας. Καί δι’ αὐτό κατ’ οὐσίαν, τήν παράγραφο αὐτή τοῦ Κανόνος τήν ἀχρηστεύετε καί τήν καταργεῖτε, διά τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος καί, φυσικά, διά τῆς ὑπαγωγής τῶν ζητημάτων τῆς πίστεως εἰς ὅλα τά ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου.
Ὅλα αὐτά βεβαίως εἶναι ἀποκυήματα τῆς φαντασίας σας, διότι ὄντως ἡ παράγραφος αὐτή τοῦ Κανόνος ἀποτελεῖ τήν ἀκρίβεια καί ὁριοθετεῖ ὅλη τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι στά θέματα τῆς πίστεως. Ἀποτελεῖ δέ τήν ἀκρίβεια στά θέματα τῆς πίστεως διότι κατ’ ἀρχάς ἡ ἀποτείχισις εἶναι ἡ δύσκολος ὁδός, ἐνῶ τό νά παραμείνη κάποιος στήν αἵρεσι μνημονεύοντας τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, εἶναι εὐνόητο ὅτι εἶναι ἡ εὔκολη ὁδός, ἐπειδή προφανῶς δέν  προκαλεῖ τόν πόλεμο καί τόν διωγμό ἀπό τόν ἴδιο τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, τίς ποινές καί τίς καθαιρέσεις, ἀλλά περιορίζεται μόνο στόν προφορικό πόλεμο καί στόν χαρτοπόλεμο.
Τό ὅτι δέ ἡ ἀκρίβεια ἀποτελεῖ τόν δύσκολο δρόμο φαίνεται καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Α΄ Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ἐνῶ θέλει κατ’ ἀκρίβειαν νά βαπτίζωνται οἱ αἱρετικοί Ἐγκρατῖται, συγκατατίθεται τελικά στόν εὔκολο δρόμο τῆς οἰκονομίας καί ἀποδοχῆς τοῦ βαπτίσματός των.  Δικαιολογεῖ δέ τήν συγκατάθεσί του στόν εὔκολο δρόμο τῆς οἰκονομίας λέγοντας τά ἑξῆς: «ὑφορῶμαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προστάξεως αὐστηρόν». Ἡ αὐστηρότης λοιπόν ἀποτελεῖ τήν ἀκρίβεια καί μάλιστα γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὅσο καί ἄν δέν σᾶς ἀρέσει ἤ σᾶς ἐνοχλεῖ ἡ παράγραφος αὐτή τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἀποτελεῖ τήν ἀκρίβεια στά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς αἱρέσεως. Ἐσεῖς ὅμως θεωρεῖτε ἀκρίβεια τόν εὔκολο καί ἀμάρτυρο δρόμο τῆς ὑπαγωγῆς καί συμπορεύσεως μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, τό ὁποῖο σημαίνει γιά τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, μέχρις ἐσχάτων τοῦ βίου μας.
Δεύτερον, ἀποτελεῖ ἡ παράγραφος αὐτή τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τήν ἀκρίβεια στά θέματα τῆς πίστεως, διότι συμφωνεῖ πλήρως μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἐσεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου πατέρες, θεωρεῖτε ἀκρίβεια αὐτό πού ὄχι μόνον δέν συμφωνεῖ μέ αὐτά,  ἀλλά ἔρχεται καί σέ πλήρη ἀντίθεσι. Διότι ἡ μόνιμη διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἄμεσος ἀπομάκρυνσις ἀπό τίς αἱρέσεις καί τούς φορεῖς τῶν αἱρέσεων.  Δι’ αὐτό προκειμένου νά στηρίξετε κάτι ἤ νά λάβετε κάποια θέσι στήν ἀντιμετώπισι τῶν θεμάτων τῆς πίστεως, ἔπρεπε πρωτίστως νά ἐξακριβώσετε, ἄν ἡ θέσις σας αὐτή συμφωνεῖ μέ τήν ἁγ. Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.
Τρίτον δέ, ἀποτελεῖ τήν ἀκρίβεια, διότι ἐν καιρῷ αἱρέσεως διασφαλίζει τούς Ὀρθοδόξους ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς.  Ὅπως δηλαδή ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό μία μολυσματική ἀσθένεια διασφαλίζει τούς ὑγιεῖς ἀπό τήν μετάδοσι τῆς ἀσθενείας, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους μᾶς διασφαλίζει ὡς πρός τήν ὀρθόδοξο πίστι καί τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τήν αἵρεσι.
Τέταρτον δέ, διότι εἰς τά τῆς πίστεως δέν χωρεῖ συγκατάβασις καί οἰκονομία. Οἰκονομία ἐμεταχειρίζοντο οἱ Πατέρες μόνον ὅταν οἱ αἱρετικοί ἐμετανόουν καί ἐπέστρεφον εἰς τήν Ὀρθοδοξία, ὅπως βλέπομε τόν Μ. Βασίλειο νά δέχεται τό βάπτισμα σέ ὅσους Ἐγκρατῖτας ἐμετανόουν καί ἐπέστρεφον εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν.  Δηλαδή οἰκονομία γίνεται ὡς πρός τόν τρόπο ἐπιστροφῆς τῶν αἱρετικῶν εἰς τήν Ὀρθοδοξία καί ὄχι ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἡ δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, οὔτε ἀκρίβεια εἶναι διά τούς λόγους πού προαναφέραμε, οὔτε οἰκονομία διότι, ἀφ’ ἑνός μέν δέν ὁμιλοῦμε περί μετανοούντων αἱρετικῶν, ἀλλά περί λύκων (οἱ ὁποῖοι μάλιστα τίθενται εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, μέ κίνδυνο νά ἀπωλεσθῆ ὅλο τό ποίμνιο), αφ’ ἑτέρου δέ ἡ δυνητική ἑρμηνεία δέν ἀποτελεῖ οὔτε οἰκονομία, διότι δέν βοηθᾶ στήν καταστολή τῆς αἱρέσεως, ἀλλά στήν διαιώνισί της, ὅπως ἀνάγλυφα βλέπομε νά συμβαίνη μέ τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, γιά τήν ὁποία ὁμολογεῖτε, πατέρες, στήν κριτική σας μελέτη, ὅτι ἐπί ἑκατό χρόνια δέν ἔχει καταδικασθῆ καὶ συνεχῶς ἐπεκτείνεται. Ἡ σκέψις τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, ἦταν νά κάμη οἰκονομία μέ σκοπό νά βοηθήση νά ἐπανέλθουν οἱ αἱρετικοί εἰς τήν Ὀρθοδοξία, διότι ὅπως προανέφερα, ἡ ἀκρίβεια θά τούς ἐμπόδιζε «διά τό τῆς προστάξεως αὐστηρόν».
Ἐσεῖς ἀντιθέτως πατέρες, ὑπογραμμίζετε «καί μάλιστα μέ κεφαλαῖα γράμματα», ὅπως ἀναφέρετε, καί διδάσκετε ὡς παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, τήν μετά τήν συνοδική καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ ἀποτείχισι καί διακοπή τῆς μνημονεύσεως.  Παρουσιάζετε δέ τήν παράγραφο αὐτή τοῦ Κανόνος, ὡς νά ἀντιστρατεύεται σέ ὅλη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί ἐπαναλαμβάνετε ὡς καταστάλαγμα καί ἀποδεικτικό στοιχεῖο τό ἑξῆς: «Ἐάν ὁ 15ος Κανόνας τῆς ΑΒ' ἀποτελοῦσε τήν γραμμή τῆς ἀκριβείας, τότε οἱ Ἅγιοι Πατέρες θά περιορίζοντο στίς Συνόδους νά καταδικάσουν μόνο τήν αἵρεση καί ὄχι καί τούς αἱρετικούς, διότι ἡ καταδικαστική κρίση καί στή συνέχεια ἡ ἀποτείχιση ἀπό αὐτούς, ὄφειλε νά γίνει ἀπό τούς ἰδίους τούς πιστούς. Μιά τέτοια γραμμή, ὅμως, ποτέ δέν ἐφαρμόστηκε στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας».
Ἐδῶ παρουσιάζετε παραπλανητικά, γιά νά μή πῶ ἐσκεμμένα τούς ἀποτειχισμένους πρό συνοδικῆς κρίσεως, σά νά λειτουργοῦν ὡς Σύνοδος καί μάλιστα τέτοιου κύρους πού νά προαρπάζει τήν συνοδική κρίσι καί ἀπόφασι τῆς Συνόδου.  Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συγχέετε τά ὅρια λειτουργίας, ἁρμοδιότητος  καί ἐνεργείας τῆς Συνόδου καί τῶν ἀποτειχισμένων πρό συνοδικῆς διαγνώμης. Συγχέετε ἀκόμη καί τά ὅρια τῆς εὐθύνης τῶν ἀποτειχισμένων καί τῆς Συνόδου. Διότι οἱ ἀποτειχισμένοι μέ τήν ἀπομάκρυνσί των ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο διασφαλίζουν τούς ἑαυτούς των, ἐνῶ ἡ Σύνοδος διασφαλίζει ὁλόκληρο τό ποίμνιο. Οἱ ἀποτειχισμένοι διαιωνίζουν τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως στούς ὀλίγους, ἐνῶ ἡ Σύνοδος τήν ἀλήθεια αὐτή τήν ἑδραιώνει ὡς σώζουσα πίστι καί τήν καθιστᾶ γραμμή τῆς Ἐκκλησίας.
Εἰλικρινά πατέρες, δέν δύναμαι νά κατανοήσω ποιά ἀντιπαλότητα ὑπάρχει μεταξύ τῶν ἀποτειχισμένων πρό συνοδικῆς διαγνώμης καί μιᾶς ὄντως ὀρθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία θά καταδικάση ἐπισήμως τήν αἵρεσι καί θά βάλη, κατά τό δή λεγόμενο, τά πράγματα εἰς τήν θέσι των. Αὐτή ἡ ὄντως ὀρθόδοξος Σύνοδος θά ἀποδώση καί τιμή, σύμφωνα μέ τόν ἐν λόγῳ Κανόνα, στούς ἀποτειχισμένους, διότι ἐν τῷ καιρῷ τῆς αἱρέσεως ἐτήρησαν διά τῆς ἀποτειχίσεως ὀρθόδοξο καί ὁμολογιακή στάσι. Ἀντιπαλότητα ὄντως ὑπάρχει μεταξύ τῶν ἀποτειχισμένων καί μιᾶς αἱρετικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ὄχι μόνον καλύπτει τήν αἵρεσι, ἀλλά καί πολεμᾶ καί ἀντιστρατεύεται μέ κάθε τρόπο τούς ἀποτειχισμένους. Ἡ αἱρετική αὐτή Σύνοδος, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἐνῶ πολεμᾶ τοὺς ἀποτειχισμένους, δέν πολεμᾶ αὐτούς πού ἀνθίστανται στήν αἵρεσι μόνο μέ λόγια ἤ χαρτοπόλεμο, διότι αὐτοί κατ’ οὐσίαν ἀκολουθοῦν καί ἐνσωματώνονται ἐκκλησιαστικά μέ αὐτήν.
Γιά τόν ἅγ. Μάξιμο τόν Ὁμολοτητή καί τήν ἀναφορά σας εἰς αὐτόν στό κεφάλαιο αὐτό, ὡς ἐν παρόδῳ, θά ἀναφερθῶ κι ἐγώ ὅταν φθάσωμε εἰς τό σημεῖο αὐτό, διότι μοῦ δίδετε τήν εὐκαιρία πατέρες, πολλά νά ἀναφέρω.
Στή συνέχεια τῆς κριτικῆς σας μελέτης στό κεφάλαιο αὐτό ἀναφέρετε τά ἑξῆς: «Στή συνέχεια ἀναφέρει μία σειρά Κανόνων (Ἀποστολικῶν καί τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου), πού ἀναφέρονται στά θέματα τῶν συμπροσευχῶν μέ αἱρετικούς καί τῶν μυστηρίων αὐτῶν. Ἀσφαλῶς ὅλοι αὐτοί οἱ Κανόνες ἔχουν ὑποχρεωτικό χαρακτῆρα. Οἱ αἱρετικοί αὐτοί, γιά τούς ὁποίους ἐδῶ γίνεται λόγος, ἀνήκουν σέ αἱρέσεις, πού ἔχουν καταδικαστεῖ ἐπίσημα ἀπό Συνόδους καί ὀφείλουμε νά τούς ἐφαρμόσουμε, χωρίς νά ἐξετάσουμε, ἄν οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί σάν πρόσωπα ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό Σύνοδο».
Ἐδῶ πατέρες, ὁμολογεῖτε ὅτι οἱ Κανόνες αὐτοί πού ἀνέφερα στό βιβλίο μου ἔχουν ὑποχρεωτικό χαρακτῆρα. Δηλαδή ὁ μόνος Κανόνας πού ἔχει δυνητικό χαρακτῆρα σέ ὅλο τό Πηδάλιο εἶναι ὁ 15ος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου· καί μάλιστα ἔχει δυνητικό χαρακτῆρα κατά τό δεύτερο μέρος του, τό δογματικό.
Ἔπειτα αὐτό πού γράφετε: «Οἱ αἱρετικοί αὐτοί, γιά τούς ὁποίους ἐδῶ γίνεται λόγος, ἀνήκουν σέ αἱρέσεις, πού ἔχουν καταδικαστεῖ ἐπίσημα ἀπό Συνόδους καί ὀφείλουμε νά τούς ἐφαρμόσουμε, χωρίς νά ἐξετάσουμε, ἄν οἱ ἴδιοι οἱ αἱρετικοί σάν πρόσωπα ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό Σύνοδο», πῶς νά τό δικαιολογήσωμε, εἰδικά γιά τούς Ἀποστολικούς Κανόνες;  Διότι, τί Σύνοδοι ἔγιναν, ὑποτίθεται, πρό τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων ἤ τουλάχιστον συγχρόνως, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν καί μάλιστα ὅπως ἀναφέρετε «ἐπίσημα» αὐτές τίς αἱρέσεις; Καί ἄν ἔγιναν τέτοιοι Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν ἐπίσημα αὐτές τίς αἱρέσεις, τότε αὐτές οἱ Σύνοδοι θά εἶχαν φαίνεται μεγαλύτερο κύρος ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους, μιά καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κατά τά λεγόμενά σας, στηρίζονται σ’ αὐτές τίς Συνόδους. Ἀλλά καί ἄν ὑποθέσωμε ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ὁμιλοῦν διαχρονικά, πάλι θά ἀναφέρωνται καί στούς συγχρόνους Χριστιανούς, γιά τούς ὁποίους δέν ὑπῆρχαν Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες νά κατεδίκασαν αὐτούς τούς αἱρετικούς.
Τό ὅτι δέ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένους αἱρετικούς, οὔτε βεβαίως, ὅπως ἐσεῖς νομίζετε, σέ καταδικασμένους ἐπίσημα ἀπό Συνόδους, αὐτό νομίζω σημαίνει ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐνδιαφέρονται καί ἐφιστοῦν τήν προσοχή τοῦ κάθε χριστιανοῦ, εἰς τό νά ἐξετάζη τό φρόνημα ἑκάστου, προκειμένου νά ἔχη μαζί του οἱαδήποτε ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία. Δι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ Ἀποστολικοί Κανόνες οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιά τίς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς εἶναι αὐστηρότεροι ἀπό τόν 15ον τῆς ΑΒ Συνόδου, διότι ὁ Κανόνας αὐτός τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου προϋποθέτει τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως ὑπό Συνόδου ἤ Πατέρων, ἐνῶ οἱ Ἀποστολικοί Κανόνες ὁμιλοῦν ἀπροϋπόθετα, δηλαδή ὅπως ἀκριβῶς ὁμιλεῖ καί ἡ ἁγ. Γραφή.
Στήν συνέχεια τοῦ λόγου σας ἀναφέρετε περιέργως τά ἑξῆς: «Στήν προκειμένη περίπτωση ὀφείλουμε νά λάβουμε ὑπ' ὄψιν μας, ἐκτός ἀπό τούς παραπάνω Κανόνες, καί τούς Κανόνες Α', Β' καί Ζ' τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς, οἱ ὁποῖοι καταδικάζουν μέ ἀφορισμό καί καθαίρεση κάθε κληρικό ἤ λαϊκό, ὁ ὁποῖος θά παρασυρθεί σέ γνωστή αἵρεση, πού ἔχει ἤδη καταδικαστεί ἀπό Σύνοδο καί θά ἔρθει σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς αὐτῆς τῆς αἱρέσεως». Εἰλικρινά πατέρες δέν μπορῶ νά καταλάβω τί σχέσι ἔχουν οἱ Κανόνες αὐτοί μέ τό ὑπό ἐξέτασι θέμα καί μέ ποῖο σκοπό τούς παρεμβάλατε.  Διότι ὁ μέν Α΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς ὁμιλεῖ γιά τούς Μητροπολίτες ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐχωρίστηκαν ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική καί ἑνώθηκαν μέ τήν Σύνοδο τοῦ Νεστορίου, τούς ὁποίους βεβαίως καθαιρεῖ, ὁ δέ Β΄ τῆς Συνόδου αὐτῆς Κανών παρομοίως μέ τό Α’ Κανόνα καθαιρεῖ ὅσους Ἐπισκόπους ἀπό τήν περιοχή τῆς Ἀντιοχείας ἑνωθοῦν μέ τόν Ἀντιοχείας Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἐφρόνει τά τοῦ Νεστορίου. Ὁ Ζ΄ τέλος τῆς αὐτῆς Συνόδου καθαιρεῖ καί ἀποβάλλει τούς κληρικούς καί ἀναθεματίζει τούς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι θά συνθέσουν ἄλλο Σύμβολο Πίστεως ἐκτός τοῦ Συμβόλου τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Συνόδου. Δέν ἀναφέρουν λοιπόν οἱ Κανόνες αὐτοί, αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δηλαδή « καταδικάζουν μέ ἀφορισμό καί καθαίρεση κάθε κληρικό ἤ λαϊκό, ὁ ὁποῖος θά παρασυρθεί σέ γνωστή αἵρεση, πού ἔχει ἤδη καταδικαστεί ἀπό Σύνοδο καί θά ἔρθει σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς αὐτῆς τῆς αἱρέσεως». Οἱ Κανόνες ἀναφέρουν τήν προσφυγή σέ συγκεκριμένους αἱρετικούς καί τήν διατύπωσι ἄλλου Συμβόλου πίστεως.
Ἐδῶ πατέρες, θά ἔπρεπε νά προσαγάγετε ὄχι τούς προειρημένους τρεῖς Κανόνες ἀλλά τόν Γ΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς, ὁ ὁποῖος δικαιώνει ὅσους κληρικούς ἀποτειχίστηκαν ἀπό τόν Νεστόριο πρό Συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης τοῦ Νεστορίου καί τῆς αἱρέσεώς του καί δι’ αὐτό ὁ Νεστόριος τούς καθήρεσε.  Ἀναφέρει ὁ Κανόνας αὐτός τά ἑξῆς σέ ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου: «Ἐπειδή Πατριάρχης ὢν ὁ Νεστόριος, ἀφώρισε, καὶ ἐκάθηρε τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους ὁποῦ δὲν ἦσαν σύμφρονες μὲ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁμόφρονες τούτῳ Ἐπίσκοποι ἐν ἄλλαις χώραις τὸ αὐτὸ ἔκαμαν· διὰ τοῦτο ὁ παρὼν Κανὼν ἔκρινε δίκαιον νὰ ἀπαλάβωσιν οἱ καθαιρεθέντες οὗτοι τὸν ἐδικὸν τους βαθμόν. Καὶ καθολικῶς εἰπεῖν, ἐπρόσταξε κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ᾖναι ὑποκείμενοι εἰς τοὺς ἀποστατήσαντας Ἐπισκόπους οἱ κληρικοὶ ἐκεῖνοι, ὁποῦ εἶναι ὁμόφρονες μὲ τὴν ὀρθόδοξον, καὶ οἰκουμενικὴν Σύνοδον ταύτην».
Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά θαυμάσωμε τό πῶς μία ὄντως ὀρθόδοξος Σύνοδος συντάσσεται καί δικαιώνει τούς ἀποτειχισμένους πρό συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης, ὄχι ἁπλῶς τοῦ αἱρετικοῦ, ἀλλά καί τῆς αἱρέσεως καί νά διδαχθοῦμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐργάζονται ἀνά τούς αἰῶνας οἱ αἱρετικοί  καί ἀκόμη τίς συνέπειες τῆς ἀποτειχίσεως. Ἐσεῖς ὅμως πατέρες, δέν προσκομίσατε αὐτόν τόν Κανόνα τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς, ἀλλά τούς τρεῖς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μέ τήν παροῦσα ὑπόθεσι. Αὐτός δέ ὁ Κανόνας ὄχι μόνον συμφωνεῖ μέ τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἀλλά καί θεωρεῖται αὐστηρότερος διότι δικαιώνει τούς ἀποτειχισμένους ἀπό αἵρεσι μή κατεγνωσμένη.
Τελειώνοντας μέ αὐτό τό κεφάλαιο τῆς κριτικῆς μελέτης σας πρέπει νά ἀναφέρωμε καί τίς παραλείψεις σας. Διότι ἔτσι νομίζω πατέρες, θά φανῆ καθαρώτερα ἡ πρόθεσίς σας, ἡ ὁποία, ἔχω τήν γνώμη, ὅτι συνίσταται εἰς τήν ἐπιβολή τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, ἔστω καί ἄν αὐτή δέν συμφωνεῖ μέ κανέναν καί μέ τίποτα.
Ἡ πρώτη σας λοιπόν βασική παράλειψις εἰς τήν ἐνασχόλησί σας μέ τούς ἱερούς Κανόνες  πού προσεκόμισα εἰς τό βιβλίο μου, ὡς συνηγοροῦντας μέ τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, εἶναι ὅτι οὐδόλως ἀναφερθήκατε σέ δύο Κανόνες τούς ὁποίους παρέθεσα στό τέλος τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ τοῦ βιβλίου μου, γιά τούς ὁποίους γράφω τά ἑξῆς σημαντικά, τά ὁποῖα ἔπρεπε νά σᾶς ἐρεθίσουν τό ἐνδιαφέρον καί νά εὐαισθητοποιήσουν ἔτι περισσότερο, ὥστε νά ἀσχοληθῆτε καί μέ αὐτούς. Γράφω τά ἑξῆς: «Ἀφήσαμε στό τέλος τῆς ἀναφορᾶς μας στήν ἔρευνα καί σύγκρισι τοῦ ΙΕ’ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου μέ ἄλλους, πού ἀναφέρονται σέ αἱρετικούς καί στήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς, δύο Κανόνες τούς ὁποίους κρίνομε ὅτι ἀποδεικνύουν ἐναργέστατα τήν ὑποχρεωτική καί μή δυνητική θεώρησι τοῦ ὑπό ἐξέτασι ἱεροῦ Κανόνος» (σελ. 70). Ἐν συνεχείᾳ  ἀναφέρω τόν 33ον Ἀποστολικό Κανόνα καί τόν 17ον τοῦ ἁγ. Νικηφόρου τοῦ ὁμολογητοῦ. Καί ὁ μέν ἕνας Ἀποστολικός ἐπιτάσσει τήν ἀκριβῆ καί λεπτομερῆ ἐξέτασι τῆς πίστεως κάθε κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπό ἄλλη χώρα καί προσκομίζει συστατικές ἐπιστολές, οἱ ὁποῖες τόν παρουσιάζουν ὡς Ὀρθόδοξο. Ἐπιτρέπει δέ ὁ Κανόνας τήν ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτόν, μόνον καί ἐφ’ ὅσον αὐτός μετά τήν λεπτομερῆ ἐξέτασι εὑρεθῆ ὅτι ἔχει καθ’ ὅλα ὀρθόδοξο φρόνημα,  εἰδ΄ ἄλλως νά τοῦ χορηγήσουν τά ἀναγκαῖα τρόφιμα δηλαδή καί λοιπά καί νά τόν ἀποδιώξουν. Ὁ δέ Κανόνας τοῦ ἁγ. Νικηφόρου ἐπιτρέπει τήν ἀναχώρησι ἀπό τήν μονή κάθε μοναχοῦ, ἐφ’ ὅσον διαπιστώσει ὅτι ὁ ἡγούμενος εἶναι αἱρετικός. Δέν γνωρίζω  πατέρες, γιατί δέν ἀσχοληθήκατε μέ αὐτούς τούς Κανόνες τούς ὁποίους προλογίζω κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά προσπαθήσετε καί αὐτούς νά τούς ἐντάξετε στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος.
Ἡ δευτέρα ἴσως σοβαρώτερη παραλειψίς σας εἰς αὐτό τό κεφάλαιο εἶναι τό ὅτι δέν ἀναφέρετε κανένα ἱερό Κανόνα ὁ ὁποῖος νά συνηγορῆ, καί τρόπον τινά νά ὑπερασπίζεται, τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ ὑπό ἐξέτασι Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Διά νά ἀναιρέσετε δηλαδή κάτι, πρέπει νά προσαγάγετε ἀνάλογα στοιχεῖα τά ὁποῖα νά συνηγοροῦν μέ τίς ἀπόψεις σας. Ἐφ’ ὅσον ἐγώ, διά νά καταδείξω ὅτι ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός εἶναι ἡ ἀποτείχισις,  προσάγω αὐτούς τούς Κανόνες, ἔπρεπε καί ἐσεῖς παρομοίως νά προσκομίσετε κάποιους Κανόνες, οἱ ὁποῖοι νά ἐντέλλωνται ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσωνται, τήν παραμονή στούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, ἤ τήν ἐξίσωσι τῶν θεμάτων τῆς πίστεως μέ ὅλα τά ἄλλα προσωπικά ἁμαρτήματα τοῦ Ἐπισκόπου κλπ. Ἴσως ὅμως αὐτό τό πράξετε ἐκ τῶν ὑστέρων δευτερολογώντας καί διορθώνοντας τά λάθη καί τίς παραλείψεις, τοῦ πρώτου αὐτοῦ κειμένου.


  (Συνεχίζεται)

Δ΄ ΜΕΡΟΣ: http://www.paterikiparadosi.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8517.html