Σπασμένα τα κατάρτια - σκισμένα τα πανιά
Ήρθαν από τη Σμύρνη - κι από τα Μουδανιά
Φέραν των εκκλησιών μας - τα δισκοπότηρα
Παιδιά, γυναίκες, γέρους - γένους ρωμιών παιδί
Τις ρίζες της φυλής μας - απ' την ανατολή
Μα ένα μικρό καράβι - πίσω δε γύρισε.
Ποιους κάβους αρμενίζει; - ποιά πέλαγα περνά;
Και πουθενά δε βγαίνει - δε φθάνει πουθενά
Χρόνια το καρτερούμε - και χρόνια πέρασαν
Δεν το 'δε μήτε ναύτης - μήτε θαλασσαητός
Μήτ' ερημίτης φάρος - μήτ' άστρο της νυκτός
Τάχα να 'χει βουλιάξει, - τάχα να στοίχειωσε;
Δεν θα ξανά 'ρθει τάχα - στην πατρική του ακτή;
Ωωιμέ, κι' έχει φορτώσει - το πιο ακριβό φορτί!
Όλα τα χάσαμ' όλα - και μόνο φόρτωσε
Το πιο στερνό καράβι - την ώρα του χαμού
Φόρτωσε την ελπίδα - του ξαναγυρισμού!
Έλα μικρό καράβι, - έλα ξεφόρτωσε
Δώσε μας την ελπίδα - κι' άνοιξε τα πανιά
Και τράβα για τη Σμύρνη - και για τα Μουδανιά
Γεώργιος Αθάνας (1893-1987)
Στὰ πράγματα τῆς Πίστεως, ὑπάρχει ἡ πιὸ μεγάλη, ἡ πιὸ σίγουρη, ἡ πιὸ ζωντανὴ ἐλπίδα!
Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρξει μετάνοια!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.