Απόδοση:
Εκείνο τον καιρό, ένα Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε κάποια
συναγωγή. Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από
δαιμονικό πνεύμα. Ήταν κυρτωμένη, και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το
σώμα της. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: «Γυναίκα,
απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου». Έβαλε επάνω της τα χέρια του, κι
αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. Ο αρχισυνάγωγος όμως,
αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο
πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται
κανείς• μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το
Σάββατο». Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το
βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το
ποτίσει; Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε
δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το
Σάββατο;» Με τα λόγια αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του, κι ο
κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς.
(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)
Λόγος Προκοπίου του Μεγαλοσπηλαιώτου, περί της σταθερότητος που χρεωστούμε να έχωμεν εις την ευσέβειαν της αγίας μας Πίστεως
«Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος αγανακτών, ότι τω Σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω. Εξ ημέραι εισίν εν αις δει εργάζεσθαι. Εν ταύταις ουν εισερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του Σαββάτου».
Αυτός, εσκοτισμένος από το πάθος του φθόνου ο οποίος του
εκυρίευε την καρδίαν εναντίον του Ιησού, όχι μόνον έκλεισε τα ώτα του
για να μην ακούει την απόρρητον σοφία του Ιησού, όχι μόνον εσφράγισε
τους οφθαλμούς του για να μη βλέπει την θείαν εκείνην ενέργεια των
θαυμάτων του, τα οποία ήσαν ικανά να στρέψουν κάθε καρδία στην πίστη και
στον σεβασμό του θείου υποκειμένου του, αλλά και τον κατεδίκασε μάλιστα
με μίαν τολμηράν αυθάδειαν ενώπιον του λαού ως παραβάτην του νόμου. Και
αυτό διότι















